Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Airport

Ένα ταξίδι στην Αίγυπτο.
Ένα ταξίδι από Αίγυπτο.
Ένα ταξίδι και μια βαλίτσα.
Μια μέση δανισμένη. Σε κάθε βήμα τρίζει και βρυχάται.
Στη μέση και εμείς.
Μεταξύ του θυμάμαι και του ζω.
Ένα γραπτό.
Μια διαίσθηση.
Αντίθετοι κανόνες.
Κάθετες απόψεις.
Και;
Τώρα;
Πως να κάνω το όνειρο να σταματήσει;
Πως η φαντασία πρέπει να περάσει στο αποθηκάκι;
Πως;
Αλήθεια είναι;
Πραγματικά δεν ξέρω.
θα μπω στην Αττική.
Μούδιασμα νιώθω.
Νέυρα, χαρά, ανυπόμονη...
3 ώρες;
Ούτε καν...
Γίνεται;
Μια νέα αρχή;
Μια συνέχεια;
Το ίδιο παραμύθι;
Ένα σταυρουδάκι για τον λαιμό.
Στο πέρασμα με τους μύστες μια αλήθεια.
Το τζάκι θα ανάψει.
Η φωτιά του δε θα κάψει όμως.
Όχι ακόμα.
Γιατί τρέμεις καλό μου;
Πόσοι μήνες έρχονται σήμερα;
Πόσα δάκρυα θα ξεπλυθούν με καινούρια δάκρυα;
Κρυώνω και ζεστένομαι.
Και μάτσο όλα.
Τα λαμπάκια ένα κουβάρι.
Ένα κουβάρι.
Το κεφάλι μου πια...
Σταμάτα.
Αλήθεια είναι;
Arrive or departure;
Έρχεσαι και μια εγώ φεύγει.
Έρχεσαι και ξυπνάει το μέσα μου εγώ.
Η θάλασσα... αχ, η θάλασσα...

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Αλλά τα βράδυα...



Και τι είμστε λοιπόν? Ένα αστείο... Μια φάλτσα συγχωρδία...

Τίποτα, χωρίς αύριο, χωρίς χθες... μόνο το σήμερα μας σώζει...

Χθές ήσουν καλά. ΧΘΕΣ. Αύριο;

Χθες ήσουν νεκρός. ΧΘΕΣ. Αύριο;

Αύριο δεν σε θυμάται κανένας.

Είμαστε σαν τους φάρους στο λιμάνι. Εκεί την μέρα. Και το βράδυ μας βλέπουν μέχρι που κάνουμε ένα κενό... ένα σκοτάδι... και εκεί όλα έχουν τελειώσει.

Γιατί έτσι; Γιατί; Σκατά ρε... Γιατί πάντα έτσι ήταν.

Και τι χρωστάς εσύ να ξυπνήσεις και να δεις το θέαμα. Τίποτα...

Και γιατί αύριο θα πρέπει να ντυθώ στα μαύρα; Δεν πρέπει... Όχι, σίγουρα δεν πρέπει. Εγώ το θέλω.

Και να σου πω και κάτι; Δεν γουστάρω να έρθω. Σίγουρα δεν γουστάρω να έρθω...

Αλλά θα είμαι εκεί.

Αλλά τα βράδυα τι όμορφα που μυρίζει η γη...

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Καλό ταξίδι, Πρόσεχε φίλε.

Χαμένες αγάπες... χαμένες για πάντα στιγμές...

Θέλω τώρα να ξαπλώσω στην αγκαλιά σου. Δεν θέλω τίποτα άλλο, την αγκαλιά σου μόνο. Πάνω στη γη και οι δυο... Μια τόσο μικρή γη και όμως τόσο μακριά.

Θέλω να σε ακούσω. Ξέρω ότι δεν μπορώ να σε έχω τώρα που σε χρειάζομαι. Τουλάχιστον να μου πεις τι σου είπαν οι γιατροί.

Θέλω να φύγω και απορρείς. Και εσύ θέλεις να κάτσεις.

Πες μου γιατί να κάτσω εγώ; Μου λες αν θα έρθεις θα τρελαθείς. Το πέρασες μια κι δεν το θέλεις πάλι. Ούτε και εγώ το θέλω.

Να σου πω κάτι; Και εγώ φρικάρω εδώ. Και όχι που είμαι ακόμα εδώ όυτε ότι δεν περνάω καλά... αλλά μου λείπεις και σε χρειάζομαι.

Και ναι... Δεν είμαι καλά, ούτε είναι όλα οκ. Αν δεν είσαι εδώ τίποτα δεν είναι ίδιο.

Χτύπησα χθες. Εσύ έφευγες για το νοσοκομείο. Σε ένα σίδερο στην άκρη του δρόμου. Κομματιάστηκε το παντελόνι μου και έσκισα και τον μηρό μου. Δεν είναι σοβαρά. Μέχρι να βρεθούμε θα έχει γιάνει...

Θέλω να ψάξεις να μου βρεις σπίτι να νοικιάσω να μείνουμε μαζί. Και εσύ αν δεν θέλεις να μείνουμε μαζί να μείνω μόνη μου.

Εγώ θέλω να είσαι καλά για να είμαι ευτυχισμένη. Εσύ θέλεις να είμαι καλά για να είσαι ευτυχισμένος.

Εγώ σε θέλω εδώ. Δεν με νοιάζει. Να μην μου μιλάς. Να σε νιώθω δίπλα μου μόνο.

Το ξέρεις ότι δεν τα παρατάω, αλλά όταν θα τα παρατήσω θέλω... πολλά...

Θέλω μαυράδια πολλά... Μαρουλάκι μαρουλάκι... έστω...

Θέλω την αρκούδα. Πρωινό καφέ. Ταινία...

Θέλω... Θέλω... Μαζί θέλω...

Θέλω να σε δω. Θέλω να είσαι εδώ...

Θέλω πίσω το χέλλλλι μου!

Θέλω να πάμε με τα παιδιά εκδρομή. Να πάμε για ψάρεμα. Να με μάθεις ψαροντούφεκο. Να πάμε στο Μέτσοβο...

Θέλω να κάτσεις κάτω και να γκρινιάζω. Όχι γιατί έχω κάτι, αλλά για να πω ότι γκρίνιαξα.

Θέλω να έρθεις πάλι στον καναπέ και να μου φέρεις εκείνες τις φοβερές μακαρονάδες που φτιάχνεις και να με ταίσεις και μετά να τσακωνόμαστε για το ποιός θα πλύνει τα πιάτα. Και όταν θα μπεις για μπάνιο να πάω να τα πλύνω εγώ και μετά να τσακωθούμε γιατί τα έπλυνα.

θέλω να τσακωθούμε.

Να τα σπάσουμε όλα. Και μετά να τα βρούμε και πάλι.

Δεν θέλω να παραμιλάω πια στον ύπνο μου και να σε παρακαλάω να μην φύγεις.

Δεν θέλω να σε έχω μόνο στα όνειρά μου...

Θέλω να δω το βράδυ εφιάλτη ενώ θα είμαι στην αγκαλιά σου και να μου πεις να μην φοβάμαι. Θέλω να ξυπνήσω το βράδυ ενώ κοιμάσαι και να βγω έξω για τσιγάρο και να σκύψεις πάνω μου να με φιλήσεις και να με περιμένεις να πάμε πάλι μαζί για ύπνο.

Και θέλω να σε ξυπνήσω το βράδυ γιατί δεν μπορώ να ανοίξω το μπουκάλι και να το ανοίξει εσύ για μένα. Και να βλέπω ότι δεν κάνεις αγγαρία...

Θέλω να ζήσω ότι ζούσα μαζί σου πριν φύγουμε και ότι ζήσαμε έστω για λίγο στην Αλεξάνδρεια...

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Κάτι στον έρωτα μένει κρυφό...



Ίσως

Κάτι στον έρωτα μένει κρυφό
Ίσως να είναι της μοίρας γραφτό
Ή μήπως πάλι εκεί που κοιτώ, φταίω εγώ...

Ζωή μου ποιος να 'χει το φταίξιμο αυτό
και πόνο δεν νιώθω να ξέρω πώς ζω
Μια κόντρα δεν είχα για την μοναξιά
για φίλη την πήρα πριν χρόνια αγκαλιά...

Δρόμος η αγάπη χωρίς τελειωμό
Ίσως να φεύγει ή ν' αρχίζει από εδώ
ή μήπως ψάχνω για να αγαπηθώ
Σε ό,τι μισώ...

Στίχοι: Σμαρώ Παπαδοπούλου
Μουσική: Θοδωρής Παπαδόπουλος
"Βύσσινο και νεράντζι" 2006

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Βροχή και χώμα...

Βροχή... Πάρκαρα στο λευκό χώμα... Αναστάτωση διάχυτη...

Σάββατο... Βρέχει το σπρέι από τα μπροστινά αμάξια δεν σε αφήνουν να δεις και εσύ τον δρόμο. Πάμε όμως. Πρέπει να φτάσουμε...

Και φτάσαμε. Ανέβηκαμε επάνω. Τα λέγαμε. Ομιλίες στο τηλέφωνο... Και άλλος εκνευρισμός στην ατμόσφαιρα...

Πάμε κάτω? Όχι, να μην πάμε, να πάμε για τσιγάρα...
Πάμε να χαλαρώσουμε λίγο... Άστο ρε, θα πάμε μετά, πάμε να πάρουμε τίποτα να κολατσίσουμε;

Φύγαμε...

Η βροχή έχει πλέον σταματήσει... Πάμε με χαλαρή μουσική μέσα στο ασημένιο γκαζάκι.

Ένα τηλέφωνο χτυπάει... Μια φωνή ακούγεται στο βάθος. Η μουσική έχει πια σταματήσει.

Νιώθω με την άκρη του ματιού μου ένα πρόσωπο να μου μιλάει. Έχουν τρακάρει. Είναι χτυπημένοι.

Κενό. Τρέμουλο. Τι να κάνω;

Ξεκινάω για εκεί... Η φωνή της λογικής έβαλε φραγμούς στο δεξί μου πόδι. Την άκουσα.

Δεξιά λωρίδα. Κόκκινο το φανάρι. Ο δρόμος υγρός. Μυρίζει παράξενα. Κίνηση πολύ στο αντίθετο ρεύμα. Μια μάζα από σίδερα απλώνεται... Μια γυναίκα σαστισμένη στα γκρί... Μια άλλη τρέχει έξω από ένα αμάξι ενώ ακόμα κινείται.

Κενό.

Κοκκινόχωμα. Χωράφια, ένας γέροντας στον δρόμο, ίσως απεσταλμένος να μας πει τον δρόμο.

Στο ίδιο φανάρι πάλι. Στρίβω αριστερά.

Έφυγα τρέχοντας και εγώ για εκεί. Ένας άντρας τρελαμένος. Η γυνάικα με τα γκρί ήρθε στην αγκαλιά μου. Επανάληψη. Πόνος και αίμα...

Ένας άντρας με ματωμένο κρανίο, γιαλιά είχαν καρφωθεί. Άμορφες μάζες... Η άσφαλτος ντυμένη με χαλί από κρύσταλλα ανακατεμένα με λάδια και υγρασία από την πρωινή βροχή, το χώμα κόκκινο δίπλα...

Ένα κίτρινο ασθενοφόρο. Μπλέ ο φάρος του. Οι δύο γυναίκες μπήκαν μέσα στην κοιλιά του και εξαφανίστηκαν. Ένας άντρας κλαίει. Αρχίζει να βρέχει. Ο άντρας με τα αίματα κλειδωμένος μέσα στην κοιλιά των αστυνόμων.

Θρύψαλα. Σταμάτησε ο χρόνος. Γκρί όλα και μουντά. Μια γεύση πίκρας γλύφει τα χείλη μας. Ζαλίζομαι. Ζαλίσεσαι.

Φόβος. Ταραχή.

Έφυγαν τα σίδερα από τον δρόμο. Έφευγαν και όλοι οι άλλοι ένας ένας.

Κλήση στο κινητό... Καμία απόκριση... Το κινητό απενεργοποιημένο.

Άλλη κλήση... 166... Στο ΚΑΤ είπαν.

Φύγαμε.

Άνθρωποι σε άθλια κατάσταση και μια γυναίκα σε καροτσάκι να ζει στην ίδια επανάληψη. Στο ίδιο ρεφρέν εδώ και ώρες.

Αξονικοί, ακτινογραφίες, μελανιές, γύψοι, κολλάρα...

2 στους 4.

Μαζί και χώρια.

Θέλω ποτό. Θέλω να σταματήσει το τρέμουλο από πάνω μου.

Θέλω να μουδιάσω, να ξεχάσω να ξυπνήσω και να μην είναι έτσι όλα. Το ίδιο και εσύ.

Ήπιαμε... ήπιαμε... ήπιαμε...

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΙΒΥΛΛΑ

...

Τρανέ του Θεού Ιέρέα, για να’μπω ως μέσα
Στα βάθη του μυαλιού σου, να προφέρω
Πρέπει το λόγο εκείνο που’ν’απάνω
Κι όχι αποκάτω απ’τη σιγή που τώρα
Κρατάς για να σκεπάσεις την οργή σου.
Τι δύο είναι οι λόγοι στην ψυχή του ανθρώπου
Κ’εύκολος ο ένας, για όλα απολογιέται,
Χαμένος στην αδιάκοπη βαβούρα
Που τον καθένα κάνει να πιστεύει
Πως συλλογιέται ο ίδιος ό,τι οι άλλοι
Ολημερίς του βάνουνε στ’αυτί του.
Μα παραπάνω είν’ένας άλλος λόγος,
Π’ακούγεται μες στον άνθρωπο ως περάσει
Στην ζώνην όπου πια δεν τονε φτάνει
Η κούφια βοή, να πνίξει την ψυχή του,
Και που, μονάχα για να νιώσει ξάφνου
Την αρχή της ανάβρας του, είν’ανάγκη
Να βιγλίζει ακοίμητος ολοένα
Στην άκρη που χωρίζονται δυό κόσμοι:
Ο ένας βαρύς, πικρός και σκλαβωμένος
Απ’τα ίδια του τα χέρια, κ’ένας άλλος
Βαθύς, πλατύς, του απέραντου κατώφλι,
Που να τον μπάσει κάποτε του τάζει
Μες στ’άδυτα του Θεού… Γι’αυτό το Λόγο
Από παιδί δε μ’αναθρέψατε, Όσιε;

Στην πιο φτωχιά του Παρνασσού καλύβα,
Το πιο φτωχό διαλέγοντας ζευγάρι
Ξώμαχων, δε με δώσατε για να’μαι
Σαν ένα δίχως όνομα βοτάνι
Που ρίζωσε στη γή, ώσπου να σμίξει
Μ’όλης της Γης τη μοίρα; Κι όταν, πάλι,
Να θεμελιώνονται άρχισαν βαθιά μου
Μες στη σιγή οι αιστήσεις σα σε βράχο,
Και πρώτ’απ’όλα η ακοή, ξυπνώντας
Στα μυστικά μουρμουρητά της νύχτας
Ή της αυγής, κρυφόπλαθε τα πρώτα
Ψελλίσματα της γλώσσας που μιλούνε
Οι ίδιοι Θεοί, η δική Σας η φροντίδα,
Τότε, δε σήκωνε άγρυπνη ένα τείχος
Να μη μολέψει την ακοή μου ο άλλος
Ο λόγος που πληθαίνει απ’την οκνάδα
Του νου του ανθρώπου, όπως γοργά πληθαίνει
Στους κοιμισμένους βάλτους το βατράχι
Και, φλύαρο σμαρί δεν αφήνει διόλου
Απ’τη φωνή του άλλη φωνή ν’ακούσεις
Ή μέσα σου ή τριγύρα σου;… Κιακόμα
Σαν οι φτωχοί γονιοί μου μ’οδηγούσαν
Στην κορυφή της Ανεμώρειας μόνη,
Και στου γκρεμού μ’αφήνανε την άκρη,
Να δαμάζω τον ίλιγγο ως τσοπάνος
Που από το φρύδι ψάχνει του βαράθρου
Για κάποιο ρίφι, εσείς τη μοναξιά μου
Κρυφά δεν εφρουρούσατε ως την ώρα
Όπου η ματιά μου, ελεύτερη απ’την έννοια
Του κορμιού μου, εγδυνότανε έναν-ένα
Τους ορίζοντες κ’έμενεν αγνάντια
Από την άβυσσο γυμνή, να βλέπει
Όχι πια εκείνα που’ταν έξω, αλλ’όσα
Μέσα στην ίδια απάντεχα ανατέλλαν
Οράματα του Θεού;

...

Και τώρα που με πόνο και με μόχτο
Του Θεού μπορώ στο τέλος την ανάσα
Να κλείσω στην καρδιά μου, τώρα
Ποχω το δόρυ του άσειστο στο χέρι,
Και πού και πότε να το ρίξω ξέρω,
Αν θέλει Αυτός, τώρα που ακέρια μ’έχει,
Απ’την πολύχρονη σιωπή, γεμάτη
Σαν η αστραπή τα σύννεφα του Οχτώβρη
Ο Δελφικός χρησμός, να πνίξω θέλεις
Την εντολή στα στήθη μου;

...

Και να... Πετώ απ'την οψη μου το Χρονου
την προσωπίδα, κι όλο απάνωθέ μου
πετω το ντύμα το Καιρού, για να'βγει
από τη θήκη ετούτην η ψυχή μου
γυμνή σα σπάθα αντίκρυ σας και, μ'όλο
το μυστικόν αθέρα της, τη Μνήμη
ν'ανοίξει ως δίστομη πληγή βαθιά σας!

...

Βάραθρο ανοίγει από χιλιάδες χρόνια,
και σε τούτο το βάραθρο να πεσώ
ζητώ, καθώς στη μήτρα μέσα ο σπόρος.
Κι όσο αν αργήσει, θα ΄ρτει μιαν ημέρα
που με σπασμούς και πάλι θα τη φέρει
σρο φως, η γή, ακέραιη την ψυχή μου.
Ματην ψυχή μου πια δε δένει η ώρα,
και τ'αύριο και το σήμερα, σαν όλες
φυσάν οι πνοές τη μια της αιώνια φλόγα...
Κι ως, σ'έξω χρόνου απαντοχή, λαχαίνει
μια συννεφιά, ν'απλώνεται, κι ολοένα,
βαθιά της ως γουρμάζει η τρικυμία,
οι άνεμοι, οι κεραυνοί, οι βροχές αντάμα,
που'τανε πριν μετέωρα, όλα ξάφνου
να λυθούν, να χορέψουν, να φωνάξουν,
όμοια και τώρα το κρυμμένο μέλλον
μπορεί για με να σπάσει τα δεσμά του
σε ηρώων μορφές, σ'ατσάλινες θελήσεις,
σε πετάματα νέα πιο πέρα απ'τ'άστρα!
Κι όταν θα πάρει ο άνεμος και πάλι
του Απόλλωνα γαλήνιος και μεγάλος,
απάνω σπό τη γή, καθώς αιφνίδια
υψώνονται οι αιτοί μαζί, κι ωστόσο
ακολουθά ο καθένας την τροχιά του
στην ίδια μέσα ζεστά αδερφωμένοι,
όμοια απ'την ίδιαν Απολλώνια φλόγα
τη μυστικήν ανάβοντας ορμή τους
θε να υψωθούν και οι ήρωες προς τον ήλιον
όλοι μαζί, το φώς να κοινωνήσουν
το απέραντο, ακλουθώντας τον ως κάτου
στην Υπερβόρεια χώρα πού, απ'τους πάγους
πιό πέρα, καθαρή η ψυχή του Ανθρώπου
βυθιζεται στης ίδιας λευτεριάς της
το αθάνατο λουτρό...
Κι α! Να τη, να τη της Λευτεριάς η θάλασσα, π'ολοένα
κυλάει τα σμάραγδά της, να τα, να τα
στις όχτες της τις άφθαρτες τα ολάσπρα
τρανά πουλιά, που φτερουνάνε να τα
τα θεία ψηλά λουλούδια, που την αιώνια
φρουρούνε αδάμαστη άνοιξη, του θάρρους
ψυχή, πέρ'απ'του θανάτου το σκιάχτρο...
Κι α, να την η ίδια η Λευτεριά!...

...

Να πάμε, να πάμε, Αύγουστε Νέρων, μη αθελά μου
με τούτο το σπαθί μου κάμω πράμα
που ομπρός Σου δε θε να'θελα να κάμω!
Να πάμε, Αύγουστε Νέρων, κ'οι χρησμοί Σου,
που ψεύτικοι δεν είναι και που μήτε
χιλιάδες χρόνια χρειάζονται να βγούνε
αληθινοί, μ'από μιαν ώρα σ'άλλη
ξοπίσωθέ τους ακολουθάει η πραξη,
θα γίνουν όλοι, κι οχι μόνο ετούτοι...
(Συχωρεσέ με αν στα δικά Σου λόγια,
που ωσάν πελέκι δίκοπο χτυπάνε
δεξά-ζερβά, βάλω κοντά κ'εκείνα
που η μεγαλόκαρδή Σου καλοσύνη
τ'αποξεχνάει). Γιατί, ως χαθεί από μπρός τους
το φως που σήμερα φωτάς, είν'κι άλλοι
βαθύτεροι χρησμοί, που μοναχοί τους
ανάερα θα χιμήξουν, ο ένας πίσω
από τον άλλο πιό πικρός... Τι ετούτοι
π'ολόγυρά Σου ακλούθησαν, κ'οι γέροι
κ'οι νιοί, κι αποκοντά σ'αυτούς τα βρέφη
μαζί με τις μανάδες τους, σε λίγο,
από την πείνα, θα γυρέψουνε όλοι
να φαγωθούν αναμεσά τους, κι όλοι
σάμπως σκυλιά ξεκοιλιασμένα, ακέριο
με ψοφίμια γιομίζοντας τον τόπο,
θα κάμουν ως και τα όρνια να πετάξουν
από τη βρώμα τους μακριά!...
Να πάμε, να πάμε, Αύγουστε Νέρων, και θα γίνουν
όλα, κι ακόμα πιο πολλά... Να πάμε!

...

Τα χρόνια δε λογιάζεις
όπου, καθώς οι πετεινοί τον όρθρο
φωνάζουνε κι απο'να σ'άλλο τόπο
όλοι μαζί αποκρινονται, μηνώντας
τον ήλιο, όμοια και τότε όλες αντάμα
στην Γην απάνω οι ιερές Σιβύλλες,
η Λιβυκή, η Κουμαία, η Ερυθραία,
η Σικελή, η Χαλδαία, η Κιμμερία,
η Θεσπρωτή, η Αιγύπτια, η Εβραία,
αποκρινόντανε η μια στην άλλη
και υψώνανε τη μάντισσα φωνή τους
για μια γιγάντι'ανατολή, όπου όλους
μαζί θα φώταε τους λαούς; Μα τώρα,
α! τώρα που όποιος άνθρωπος να πάρει
τη θέση του ήλιου, αν είναι στο χρυσάφι
ντυμένος, το μπορεί, οι φωνές χωρίσαν,
κ'η καθεμιά, ως να κρύβεται απ'την άλλη,
στα σκότη δίνει το χρησμό! Τ'ακέρια
μαντεία τ'ανοίγουνε οι λαοί, κι ακέρια
για τους λαούς ανοίγονται...

Απόσπασμα του λευκαδιτη ποιητή Άγγελου Σικελιανού από το έργο του ΣΙΒΥΛΛΑ.

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Καρδιά από πέτρες



Και πες μου εσύ ποιά είναι αυτή η πέτρινη καρδία. Εσύ που ξέρεις τόσα πες μου και ετούτο...

Καμία καρδία δεν είναι πέτρινη, τουλάχιστον καμία δεν ξεκίνησε ως πέτρινη. Ίσως αν κατάντησε πάτρινη να την ανάγκασαν να γίνει...

Όταν το κρύο είναι γεγονός και οι καρδιές κρυώνουν χρειάζονται κάτι να τις ζεστάνει.

Δεκέμβρης πλησίαζε και τότε... είχε κρύο, αλλά δεν υπήρχε ζέστη... Αντίθετα την βούτηξες εσύ στον πάγο.

Από μια λέξη πιάστηκες και το ίδιο και εγώ. Εσύ έκανες μια Χραπ και έκοψες τις πρυμάτσες. Με έστησες γυμνή μέσα στα χιόνια στα 50 μέτρα μακριά στεκόσουν, όπλισες την καραμπίνα σου και σημάδεψες την καρδιά μου. Την μεριά με τις καμήλες και τις κανέλες. Αίματα γέμισαν παντού...

έπεσα αναίσθητη στο παγωμένο χιόνι. Άναψες ένα τσιγάρο και έφυγες νιώθωντας ίσως ηδονή -δεν μπορώ να ξέρω... Εγώ έμεινα στο χιόνι για ώρες, μέρες... με το αίμα να τρέχει στο χιόνι και να γίνεται κόκκινος πάγος.

Σιγά σιγά πάγωσε και η δική μου. Έγινε σαν κρύσταλος, παγωμένη.

Εσύ δεν ήρθες ποτέ να μου δώσεις το χέρι σου να σηκωθώ ξανά.

Άλλος ήρθε -τυχαία, και με ζέστανε, μια έδωσε μια αγκαλιά -που τόσο χρειαζόμουν, μου έδωσε και ρούχα. Η καρδιά μου άρχισε και πάλι να ζεσταίνεται... αλλά τώρα είχε αρχίσει να λιώνει. Έπρεπε να την βουτήξω στο χώμα για να γίνει πέτρινη.

Νέα μου, μου λες γιατί δεν είχες...

Πότε ενδιαφέρθηκες και με ρώτησες τα νέα μου; Το τηλέφωνό μου ήταν πάντα σιωπηλό απο σένα... Μόνο κοντά στο Πάσχα, θυμάσαι που σου ήρθε ένα μήνυμα και ρωτούσε αν είσαι καλά; Σε σκεφτόμουν, αλλά απουσίαζες.

Νέα μου, λοιπόν φρόντιζα να μαθαίνεις όσα και όταν εγώ επέλεγα.

Πες μου γιατί όσες φορές προσπάθησα να έρθω σε επαφή μαζί σου πάντα μου έκλεινες την πόρτα;

Δεν ξέρω πια τι κάνεις και που είσαι. Έχω να σε δω κοντά ένα χρόνο και άλλο τόσο -σχεδόν- να τα πούμε.

Δεν με πειράζει, ήταν το πείσμα μας και ο εγωισμός μας που μας έφερε εδώ. Μην ξεχνάς ότι μοιάζουμε πολύ και σε πολλά.

Συχνά βλέπω σημάδια σου στον δρόμο, παντού γύρω μου. Εσύ όμως πουθενά.

Είδες μια φωτογραφία με μια καρδία.

Τυχαία τα βότσαλα βαλμένα σε αυτή τη σειρά. Ο φακός άλλο προσπαθούσε να συλλάβει. Δεν το ήξερα παρα μόνο την ημέρα που εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες. Τότε είδα με έκπληξη την πέτρινη αυτή καρδιά...

Τυχαίο; την ίδια ημέρα σε πήρα τηλέφωνο, μέσα στο μεσημέρι. Δεν περίμενα να το σηκώσεις ούτε αυτή τη φορά, αλλά το σήκωσες -ίσως καλύτερα να μην το σήκωνες. ένιωσα άσχημα που σε ενόχλησα και ας μου είπες ότι δεν ενοχλώ -δεν σε πίστεψα. Μου φανέρωσε ότι μου έλεγες ψέματα ο τρόπος που μιλούσες...

-Γιατί σε κάλεσα;
-Γιατί σε νοιάζομαι, γιατί θέλω να ξέρω ότι είσαι καλά.

Μπορεί απ'έξω να είναι πέτρινη, αλλά απο μέσα έχει ακόμα αίμα να τρέχει καυτό... όσο απέμεινε και δεν κύλησε στο χιόνι.

Να είσαι καλά θέλω μόνο.

"Κλεισ' τα μάτια σου και κοίτα,
ξέχασε την αλφαβήτα,
μην μετράς τι είναι πρώτο,
χάσε τον Βορρά, τον Νότο.
Αν την γύμνια σου φορέσεις
και των άλλων συγχωρέσεις
το σκοτάδι θα φωτίσει
και η σιωπή θα τραγουδήσει..."

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Εσύ εσύ...

Σε γνώρισα τυχαία τελείως ένα απόγευμα... Χωρίς να έχω χαρά που σε γνώρισα... Αναγκάστηκα...

Σε πείραξε ένα πείραγμά μου χθες... ένα όχι ακόμα που είπα...

Σε αγαπάω ρε χαζό... Είσαι ο φάρος μου... είσαι το φιλαράκι μου... Σε νοιάζομαι και σε χρειάζομαι!

Κάναμε κάτι πραγματικά "τυχαίο" υπήρξε η μια ψυχή στην άλλη χωρίς να είμαστε κοντά καταφέραμε να είμαστε δίπλα!

Μην με πειράζεις λοιπόν κωλοπαίδι!! Σε αγαπάω φιλαράκι μου!!

μέσα στο ραντεβού... μέσα στην τρέλα!! Είμαστε μες στην τρέλα!!!!

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Εφτά μηνες

14:00 τοπική...

Στο γραφείο του καπετάνιου για κάτι υπογραφές.

Μπάινω μέσα από την πλαινή πόρτα με φόρα και όρεξη!

-Το είδες το μειλ; Φεύγεις.
-Άντε, ρε μην με δουλεύεις! Σιγά μην φεύγω!
-Φεύγεις ρε, έστειλαν μέιλ. Δεν το είδες. 
-Έλα, σταμάτα την πλάκα ρε σου λέω.
-Να ρε, έλα να το δεις. Φεύγεις.

Ναι, έφευγα... Πνιγόμουν. ένας κόμπος στο λαιμό μου και στα μάτια μου... έφυγα βιαστικά από το γραφείο του.

Πέρασα από τον γραμματικό. 

-Πάω έξω.
-Τι έγινε στυλιάρι; Τι έπαθες ρε;
-Τίποτα. Πάω έξω. 
-Λέγε ρε τι έπαθες και εισαι έτσι; Τι έγινε;
-Τίποτα, παράτα με. Πάω έξω.

Έφυγα, πήγα έξω. Στην πρύμη να βλέπω τα απόνερα. Να με χτυπήσει ο αέρας στο πρόσωπο να ηρεμήσω λίγο.

Γιατί ρε γαμώτο να πρέπει να φύγω; Γιατί τώρα;

Μπήκα μέσα μετά από λίγη ώρα, άλλο τα προσωπικά και άλλο η δουλειά σκέφτηκα.

Ναι, έφευγα... Μετά από 7 μήνες έφευγα...

Πότε πέρασαν κι όλας 7 μήνες; 

Με πρσπάθεια πολύ έφερα τις 17:00. Σχόλασα. Πήγα αμέσως στην καμπίνα, δεν είχα όρεξη για τίποτα.

Κάθησα στο γραφίο μου, τράβηξα το συρτάρι και εμφανίστηκαν μπροστά μου τα "ραβασάκια" της βάρδιας.

Σαν τώρα το θυμάμαι. Μόλις 3 μέρες μέσα και ήμουν για να πιάσω. Το άγχος μου ήταν μεγάλο, αλλά το είχα το θέμα. έτρεχα τρελές κούρσες εκείνες τις μέρες. Βάρδια στη γέφυρα κι το τηλέφωνο χτύπησε... Το σήκωσε ο καπετάνιος, από το γραφείο ήταν. Στο Πορτ Σαιντ είπαν ότι θα έρχονταν Ουκρανός ανθυποπλοίαρχος. Μου κρέμασαν τα χέρια... Τι πόνος και τότε... Η Γη χάθηκε κάτω από τα πόδια μου... Ήταν ένα χρυσό απόγευμα( την 4-8 είχα τότε), στη γέφυρα είμασταν ο καπετάνιος, η γυναίκα του και ο Άντρέας (ο εκπαιδευτής μου) και εγώ. Χτύπησε το δορυφορικό πίσω, το radio room. Tο σήκωσε ο καπτα Δαμιανός. 

-...το όνομα του πλοίου... Παρακαλώ.
-...
-Ναι, πες μου καπτα Μάριε...
-...
-Τι εννοείς στο Πορτ Σαιντ έρχεται ανθυποπλοίαρχος; 
-...
-Είναι οριστικό; Αφού έχουμε εδώ την κοπελιά για να πιάσει...
-...
-Καλώς καπτα Μάριε...

Δεν κατάφερα να ακούσω τίποτα άλλο. έπιασα να ρωτάω τον Αντρέα και καλά κάτι στο ραντάρ. Δεν έπρεπε να ακούσω άλλο.

Το τηλέφωνο έκλεισε. Ο καπετάνιος μου παγωμένος ήρθε προς το μέρος μου.

-Χαλαρουίτα, μόλις με πήραν τηλέφωνο από το γραφείο. Θα στείλουν Ουκρανό είπαν... Οπότε δε θα πιάσεις τώρα.
-Ναι, κάτι άκουσα.
-Μην στεναχωριέσαι, είναι γα σένα μια ευκαιρία να μελετήσεις και όταν πιάσεις να μην σου λείπει τίποτα. Θα έχεις τις ίδιες γνωσιςμε έναν καιρό πιασμένο ανθυποπλοίαρχο και θα είσαι και καλύτερη.
-Ναι... Συγνώμη, πρέπει να βάλω στίγμα...

Έφυγε. Κατάλαβε ότι δεν ήταν ώρα για να μιλήσουμε...

Έσφιξα τα δόντια και έδειχνα ότι δεν με πείραξε. Είχα βάλει την χαρούμενη μασκα μου. Κυκλοφορούσα στους αλουέδες και έδειχνα ότι στέκω στα πόδια μου, μέχρι να μπω στην καμπίνα μου... Δεν με πείραξε κατι, αλλά οι ανθυποπλοιάρχοι (οι Έλληνες) ήταν ο ένας μια βδομάδα μέσα και ο άλλος 3 βδομάδες μέσα. Αν ήταν να τους σκατζάρω θα έπρεπε να κάτσω τουλάχιστον 5 μήνες ακόμα γιατί τα παιδιά ηθελαν να κάτσουν πέρα απο το 5μηνο της σύμβασής τους....

Θυμάμαι την πρώτη μου βάρδια στη γέφυρα, από Βέλγιο είχαμε φύγει. Απόγευμα ήταν, είχαμε καθαρίσει με το English Channel. Στον ασύρμοτο να παίζει μουσική 9420... το πρώτο ολόχρυσο απόγευμα που έβλεπα από τη γέφυρα. Θαμπός ο ορίζοντας, η μουσική έρχονταν αχνή στα αφτιά μας λίγα παράσιτα που και που... Σαν να σταμάτησε ο χρόνος... σε αυτό το θολό χρυσάφι... Ακούστηκε καθαρά από τον ασύρματο... Ένα αεράκι... Πόσο μου είχε δυναμώσειτην καρδιά αυτό το τυχαίο γεγονός... Πόσο ειχε χτίσει τα πόδια μου πιο δυνατά...

Και καθε φορά στη πιο κρίσιμη στιγμή εμφανίζονταν 2 πρόσωπα με μηνύματα για μα μου δώσουν κουράγιο να συνεχίσω. Να μου δείξουν πως να σφιξω πάλι τα δόντια... 

Είχα μπει αποφασισμένη εκεί μέσα. Θα πιάσω και θα είμαι καλύτερη από όποιον άλλο έχει ποτέ πιάσει! Χρειάστηκε πολλές φορές να κάνω τη χαζη... Δεν το μετάνιωσε, το χαίρομαι που τους έκανα να πιστέψουν κάτι άλλο!!! Έπαιζα και εγώ στο δικό μου σανίδι τη δική μου παράσταση... 

Ο καιρός περνούσε, εγώ καρφωμενη στη 4-8... Στη βάρδια του καπταν Αντρέα. Να μου κάνει τη ζωή δύσκολη, αντί να με βοηθάει καθε μέρα προσπαθούσε όσο καλύτερα μπορούσε να μου κόψει τα φτερά. Δεν επέτρεπαν πλέον στον εαυτό μου να τον ρωτήσει τίποτα. Οι σχέσεις μας ψυχραιναν καθε μέρα και πιο πολύ... Εγώ έκανα Μονή μου βάρδια από τα τέλη του Δεκέμβρη. Ο καπταν Αντρέας είχε μονάχα το παρόν στη γέφυρα. Διάβαζε τα νέα, έγραφε μειλ στην κοπελια του, έπινε καφε καθισμενος στη καρέκλα, έπιανε κουβέντα με τον κόσμο που έρχονταν στη γέφυρα για καφε... 

Πρωτοχρονιά, ούτε και κατάλαβα ποτέ έφτασε... Έχουν φτάσει τα νέα για το βαπορη που πήρε φωτιά στην Καραϊβική... Μοιραία το μυαλό μου βασανίζεται... Η καρδιά μου σπαρταραει... Λες να είναι μέσα; Παραμονή πρωτοχρονιάς, λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου άνοιξα το μειλ να διαβάσω τα νέα, έψαχνα να μάθω ποιοι ήταν σε εκείνο το βαπόρι. Είδα ένα απόσπασμα με φωτογραφίες από το ελικόπτερο... Γάμω την πουτανα μου... 

Ήταν φρικαρισμενη, φαινόταν στη φάτσα της. Την πήρα τηλέφωνο, όχι στο δικό της, δεν θα το σηκωνε -μου είχαν πει ότι μετά τον χαμό δεν σηκώνει τηλέφωνα, πήρα σε έναν άλλο αριθμό που είχα αποθηκευμενο στο κινητό και ήξερα ότι θα απαντήσει. Απάντησε. Ήταν καλά, μιλήσαμε μέχρι που τελείωσε η κάρτα. Το τρεμουλο μου είχε μείνει. Φοβήθηκα έτσι που την είδα, χάρηκα όπως την άκουσα γιατί είδα ακόμα μια φορά ότι είναι γίγαντας αν και στο μάτι δεν της φαίνεται! 

Αλλάξαμε την χρόνια εν πλω. Πηγαίναμε για βεγλιο, είμαστε στα αγία νερά... Στα νερά των πειρατών... Η πρωινή βαρδια ήταν ήσυχη. Ένας ήλιος... Ηλιατορας!!! Μια θάλασσα σκέτη μπουνατσα, λάδι... Τίποτα στο 16, φρεγατες έκαναν την παρουσία τους κοντά μας. Υπήρχε μια απροσδιοριστη ανησυχία παρόλα αυτά... 

12-4 είχε βάρδια ο Σπύρος. Άκουσε την εκληση στο 16... 

-"δέχομαι επίθεση από πειρατές..."

Το στίγμα μέσα στον διάδρομο του ΝΑΤΟ... Μέσα στις φρεγατες... Δίπλα στη πορεία μας...

Τους είπαν τα πολεμικά να μαζευτούν όλοι μαζί σε έναν χώρο για να καθηστερισουν τους πειρατές να τους βρουν. Έτσι και έγινε. Το πλήρωναν κρυφτηκε, οι πειρατές επιβιβάστηκαν, τα πολεμικά πλευρισαν και ετοίμαζαν τα κομαντα να επιβιβαστουν και αυτά στο πλοίο. Περάσαμε στα 9 μίλια... Τους είδαμε καθαρά... Δίπλα είμαστε...

Έχει έρθει η δική μας βάρδια. Μας έχει πει ο Σπύρος τα νέα και έχουμε παγώσει... Αλλά συνεχίζουμε με τα νεύρα τεντωμενα, τα κυλια έχουν βγάλει σπίθες, ψάχνουμε τους πειρατές που περιμένουν εμάς... Κυνηγάμε τα δικά μας φαντάσματα... 

16:30 με 17:00 ήταν όταν ακούσαμε στο VHF την εκληση του καπετάνιου που τελούσε υπό πειρατει να παρακαλαει τα πολεμικά να απομακρυνθούν αμέσως από το πλοίο του γιατί κινδυνεύει η ακεραιότητα τους, με σπασμένη φωνή και από το βάθος ακούγονταν ο Σομαλος πειρατης που ουρλιαζε κάτι σε μια άγνωστη γλώσσα... 

Από τότε συναντουσαμε σχεδόν καθε φορά βαρκακια με μεγάλες ταχύτητες, βαρκακια που ταίριαζαν απόλυτα στην περιγραφή των πειρατικων... Καθε πέρασμα από τα αγία νερά γίνονταν ακόμα πιο δύσκολο... Έχαναν τον ύπνο μου... Έβλεπα εφιάλτες συνέχεια, πεταγομουν καθιδρη και τρομαγμενη από το κρεβάτι μου...

Είναι τέλη Γενάρη και πάμε για Άγκυρα στα Εμιράτα. Οι σχέσεις μου με τον καπταν Αντρέα είναι σε στάδιο έκρηξης... Σφιγγομαι όσο μπορώ να μην δώσω αφορμή. Πλέον έχω σταματήσει να ρωτάω το οτιδήποτε... Είναι αρνητικός απέναντι μου φαίνεται. Πρωινή βάρδια, αρχίζει το τσεκαρισμα με εκείνο το έντονο ύφος του. Του απανταω. 

-"όχι, ιδέα δεν έχεις..."

Δεν του μίλησα, αλλά πλέον με το ζόρι κρατιεμαι. 

Την επόμενη μέρα έχουμε γύρισμα, πάλι φτάναμε στα αγία νερά... 

-"αντε θα γυρίσεις;"
-"οκ, γυρναω" του απάντησα ξερά. 

Γύρισα. 

-"γυρισες καλά; Είσαι ικανοποιημένη;"
Έχω πλέον σταυρωσει τα χέρια στο στήθος και δαγκωνω με δύναμη μέχρι να ματωσουν τα χείλη μου... Μια σκέψη στο μυαλό μου... Μην μιλήσεις και μην σηκώσεις χέρι και τα γαμησεις όλα τώρα... Τόσο κόπο έχεις κάνει...

-"δεν ξέρω"
-"δεν ξέρεις αν είσαι ικανοποιημένη;"
-"όχι"
-"άρα δεν ξέρεις τι σου γίνεται!"
-"κοίταξε να δεις δεν θέλω να το συζητησω, τουλάχιστον όχι μαζί σου... Δεν υπάρχει λόγος κανένας, αφού ψάχνεις να βρεις αφορμή για να με κραξεις!"
-"έτσι πιστεύεις; Ότι σε κραζω γιατί έχω καυλες;"
-"ειλικρινά δεν ξέρω... Ξέρω μόνο ότι μου λες μαλακιες τόσο καιρό!"
-"ναι, ώστε έτσι... Σου λέω μαλακιες τόσο καιρό εεε;"
-"ναι!"

Πήγα στη βιβλιοθήκη και άνοιξα ένα βιβλίο (έλεγε για το θέμα που με είχε τσεκάρει χθες και με έλεγε άσχετη).

-"εδώ λέει ότι αυτό που σου είπα εγώ χθες είναι το σωστό... Άρα ΕΣΥ μου λες μαλακιες και ψάχνεις τροπο μόνο για μου την πεις"

Οι φωνές είχαν ανεβεί πολύ ψηλά σε εντάσεις. Το στόμα μου δεν το κράτησαν τελικά, αλλά το χέρι μου το κράτησαν. Μετά από λίγο τελείωσε η βάρδια μας. Η σκατζα μας βρήκε αυτόν στην αριστερή μεριά της γέφυρας και εμένα στη δεξιά μεριά. Ευτυχώς ήταν μεγάλη η γέφυρα... 

Κατέβηκα στην καμπίνα μου. Κυριακή ήταν. Έτρεμαν από τα νεύρα μου. Ξέσπασαν στο μπουλμε... Βγήκα μετά από μισή ώρα και πήγα να βρω οινόπνευμα. Το δεξί μου χέρι εσταζε αίμα... Είχε ανοίξει από τις μπουνιες... Ακόμα το έχω το σημάδι. Να μου θυμίζει, να μην ξεχναω πως δεν πρέπει να γίνω ποτέ....

Μετά από λίγο καιρό μου έδωσαν να κάνω την 4-8 μονη μου. Άγκυρα είμασταν , σιγά τον δορυφόρο... Τότε είδα το ραβασακι του καπτα Αντρέα στο τετράδιο παραλλαγων... Να μην κάνω λέει συνέχεια παραλλαγές και να γράψω και κανένα νεφοσκεπη ουρανό γιατί οι άλλοι που δεν έκαναν έβγαιναν μαλακες... Του απάντησα. "δεν φταίω εγώ που μόλις με βλέπει ο ήλιος λάμπει"

Όλο αυτό τον καιρό τα νεύρα μου είχα τσιτωθει άσχημα... Μόνο 2 άτομα με έβρισκαν, ήταν ένα χέρι στο σκοτάδι μου... Σύντροφοι... 

Έχω φύγει και έχω αφήσει πίσω μου μια σχέση που μέσα μου πιστεύω ότι θα βαρεθω γρήγορα και θα την παρατησω... Καιε μέρα όμως γίνεται ακόμα πιο δύσκολη... Έχω αρχίσει και τον αγαπάω... Έχω αρχίσει να τον βλέπω παντού μπροστά μου, στο κρεβάτι μου όταν ξάπλωνω κλεινω τα ματιά και σκέφτομαι ότι είναι και αυτός δίπλα μου, ότι με παίρνει αγκαλιά και αυτό μου αρκεί για να ηρεμήσω λίγο... Για λίγο μόνο, μέχρι να καταλάβω ότι είναι στην φαντασία μου η μορφή του και το άγγιγμα του... Μετά άρχιζε πάλι ο εφιάλτης...

Ο καπταν Αντρέας συνεχίζει να μου σπάει τα νεύρα καθε μέρα... Ήθελε να φύγει για να παει ΚΕΣΕΝ να πάρει κύκλους του Γραμματικού... Και συνέχεια έλεγε ότι θα φύγει. Χαιρομουν εγώ, αλλά μετά άλλαζε γνώμη... Τέλη Φλεβάρη ετοιμαζα μια λίστα για το γραφείο, ποτέ σκοπεύει να φύγει καθένας μας... 

Ο καπταν Αντρέας είπε τέλη Απρίλη, ο καπτα Σπύρος Ιούλη... Φορτισα πάλι...

Κατέβηκα και βρήκα τον καπετάνιο.

-"Θέλω να σας μιλήσω"
-"Ναι, έλα. Πες μου..."
-"τα παιδιά θέλουν να φύγουν αργά... Τι θα γίνει με εμένα; Αν πιστεύετε ότι δεν είμαι έτοιμη οκ, αλλά αν είμαι έτοιμη, τι θα γίνει; Θα έχω 4μιση μήνες όταν θα φύγει ο Αντρέας"
-"τι θέλεις να κάνω;"
-"Δεν ξέρω, γι'αυτο ήθελα να σας μιλήσω. Θέλω την συμβουλή σας"
-"θέλεις να πάρω τηλέφωνο αύριο στο γραφείο;"
-"δεν ξέρω καπετανιε τι πρέπει να κάνω... Εγώ θα ήθελα να πιάσω υπό την πλοιαρχεια σας, θα ήταν τιμή για μένα, αφού ουσιαστικα εσείς έχετε ασχοληθεί την εμαθηση μου."
-"Κάτσε, να πάρουμε αύριο το γραφείο μήπως σε σκατζαρουν σε κανένα άλλο βαπόρι! Εγώ από τον Δεκέμβρη σε έχω έτοιμη να πιάσεις. Εγώ σας έχω 4 αυτή τη στιγμή" 
-"σας ευχαριστώ καπετανιε, θα περιμένω νέα σας"

Την επόμενη μέρα μου τα είπε... Μίλησε με το γραφείο. Ο καπταν Μάριος του είπε ότι αν φύγω τώρα θα με στείλει πάλι δοκιμο, να κάνω υπομονή εκεί και θα πιάσω κάποια στιγμή. Τον ευχαριστησα και χαθηξα στην καμπίνα μου. Να παλεύω με τους δαίμονες μου...

Κοντεύει Πάσχα. Είμαστε στα Εμιράτα ακόμα μια φορά. Με πήρε τηλέφωνο ο άνθρωπος μου. Δεν τον άκουγα καλά...

-"τι σου συμβαίνει; Τι έχεις;"
-"τίποτα..."
Μετά από ώρα μου είπε...

Πριν φύγω του είχα δώσει ένα λουτρινο μωβ πηγασο. Ο ανθυποπλοιαρχος στο δικό του καράβι μπήκε στην καμπίνα του και του έκανε πλάκα ότι θα φουνταρει τον πηγασο στη θάλασσα. Του είπε να τον αφήσει κάτω γιατί θα τον χτυπήσει, ο άλλος βγήκε στον άλλουε και πήγαινε προς τα έξω... Τον σταμάτησε με μια μπουνια στο μάτι... Τώρα κινδύνευε το φυλλάδιο του και το ενδεχόμενο βα μην πιάσει ποτέ εμιαζε σίγουρο... Κόπηκε η γραμμή... 

Το Πάσχα ήρθε, μαζί και η ανάσταση. Οι μέρες περνούσαν... Νέα του δεν είχα... Τρόπος επικοινωνίας δεν υπήρχε... Απλά περίμενα... Καθε μέρα το άγχος μου μεγάλωνε και περισσότερο...

Το άλλο άτομο σταθερό στο πλάι μου. με βοήθησε... Άνοιξα τα βιβλία και βρήκα το τηλέφωνο του βαποριου. Τον πήρα τηλέφωνο στο βαπόρι. Δεν ήξερε τι μέρα ήταν. Ήταν σαν φυτό... Είχε να κινηθεί κοντά μια βδομάδα, τον είχαν πεθάνει στη δουλειά. Η τιμωρία του που εδειρε τον ανθυποπλοιαρχο. Υπέφερε εκεί μέσα. Τον άκουσα και μου αρκούσε, κατάλαβα ότι θα τα καταφέρει...

Τα ταξίδια συνέχιζαν πάνω κάτω... Μια φορά μας είπαν ότι θα πάμε Κορέα, χάρηκα... Αλλά εμεινα με τη χαρά... Τα σχέδια άλλαξαν, συνεχίσαμε το ίδιο ταξίδι... Πάνω κάτω... Μια βόλτα από το Σουέζ, μια ανάσα στην Κρήτη... Και αυτό είναι όλο...

Έφτασε κάποτε ο Απρίλης... Απρίλης... Τότε με το ηφαίστειο. Επιτέλους ήταν να ξεμπαρκαρουν και ο Αντρέας και ο Σπύρος. Πλέον οι τίτλοι καπταν είχαν παει περίπατο. Τώρα μιλούσαμε από το ίδιο επίπεδο. Από το ίδιο ύψος και με το ίδιο εκτοπισμα... 

22 του Απρίλη φτάναμε Βέλγιο, δεν ξέραμε σίγουρα αν θα φύγουν τα παιδιά, δεν πετούσε τίποτα εκείνες τις μέρες... Κοντευαμε να τρελεθουμε και οι τρεις μας. Εγώ ήθελα επιτέλους να πιάσω και οι άλλοι για τους δικούς τους προσωπικούς λόγους να φύγουν.

Απολυθηκα 21 Απρίλη. 22 γράφτηκε στο φυλλάδιο μου ανθυποπλοιαρχος! Τα είχα καταφέρει!!! Τι γιορτασα στον γιατρό στο βεγλιο... Από την καλοπέραση είχα βγάλει έναν καλό στο πόδι και βγήκα στον γιατρό να μου τον κόψει... Εν ψυχρό με έσφαξε... Υπεφερα πολύ με τα πόδια μου σε αυτό το μπαρκο. Στην αρχή είχα τέτοιους πόνους που δεν μπορούσα ούτε για αστείο να ξαπλωσω ανάσκελα. Πονουσαν τα πόδια μου που ακουμπουσαν στο στρώμα. Ο καπετάνιος μου είχε απαγορεύσει να ανεβαίνω την πρωινή βάρδια... Δεν το είχα ακούσει, ανεβαινα κρυφά.

Και να τώρα στο Βέλγιο μέσα σε μια μέρα τα καμαρωτακθα με φβναζαν second. Τι έκπληξη μετά από τόσο καιρό...

Πρώτη βάρδια στο English channel, στο Dover... Το πρώτο μου επίσημο και φανερό τσιγάρο στη γέφυρα, έβαλα τον ναυτη να μου φτιάξει καφε... Τότε είδα το ποσταλι "seven sisters", θα κροσαρε την πλώρη μου στο 1,2 μιλι... Του φωναξα του είπα να περάσει από την πρυμη μου. Οκ μου είπε. Πέρασε από την πλώρη μου τελικά.

Φτάσαμε Εμιράτα για καύσιμα, άλλαξε ο καπετάνιος. Μου έδειξε εμπιστοσύνη από την αρχή. Εγώ φταίω για την εμπιστοσύνη του αυτή. Την προκαλεσα. 

Όταν περναγαμε μέρη με κίνηση αντί να ανεβεί αυτός πάνω με τον ουκρανο, έστελνε εμένα. 

Πλέον οι ρυθμοί μου έχουν αλλάξει πολύ. Ενώ πριν δούλευα περίπου 14 ώρες την μέρα τώρα αναγκαζομαι για να προλάβω τις δουλειές μου δουλεύω πολύ περισσότερες ώρες. Ο ύπνος ελάχιστος, κοιμομουν 4 ώρες κατα μέσο όρο καθε μέρα. Όταν θυμάμαι τρώω κι ολας.

Τα δυο άτομα ακόμα μαζί μου. Τον συνάντησα μετά το Γιβραλτάρ, εμείς πηγαίναμε για πορτ σαιντ και αυτός για Ιταλία. Είχε πιάσει και αυτός. Στα 30 μίλια περάσαμε. Μιλήσαμε στο VHF. Χάρηκα, αλλά μου έλειπε πολύ...

Οι μέρες μου συνέχισαν με δουλειά... Είχα τα αφτιά μου κλειστά σε όλους. Προσπαθούσα να μην τους αφήσω να με επιρρεασουν. Ο άνθρωπος μου πλέον επικοινωνεί καθημερινά μαζί μου. Όταν δεν έχω νέα του είναι μέσα στα νεύρα... Προσπαθώ να το ελεγξω και αυτό. Έχω μια δοκιμο στη βάρδια. Πρωτοετης, καλό παιδί.

Στην βάρδια είχα παρέα σχεδόν πάντα... Στις αρχές ο γρυλος που καθε βράδυ άρχιζε το τραγούδι του. Ένα μήνα και τον είχα συντροφιά. Μετά ο Περης... Εκείνο το ταχυδρομικό περιστέρι που έχασε τον δρόμο του και έκανε σπίτι του την βαρδιολα.

Τον συνάντησα άλλη μια φορά, στη Μάλτα, εμείς περνουσαμε και αυτοί έπαιρναν πετρέλαια... Μιληαμε... Πονεσε και αυτό αλλά έδωσε και λίγο αέρα στις καρδιές μας... 

Στο Κατάρ, Ιούνιος... Είμαι εγώ στη γέφυρα... Μιλάω με το λιμάνι και μου λένε να φτάσουμε νωρίτερα. Μιλάω με τον καπετάνιο και  παίρνω την μηχανή να ανεβασομε στροφές. Κάτι με τρώει στο πρόσωπο, το εξυσα μέσα στο σκοτάδι ασυναισθητα. Μετά από λίγο νιωσα κάτι παγωμένο να κυλάει στο πρόσωπο μου. Ήταν υγρό, άνοιξα το φως του χάρτη. Ήταν αίμα... Προσπαθούσα μισή ώρα να το σταματήσω... Αδύνατον. Ήρθε πάνω ο καπετάνιος... 

-"Ευτυχώς που ήρθες! Κάτσε λίγο να πάω τουαλέτα γιατί έχω πρόβλημα." 

Πήγα... Το αίμα δεν σταματούσε με τίποτα. Εσταζε στο σαγονι μου, ξεκινούσε λίγο κάτω από το μάτι μου και σε μισό δευτερόλεπτο εσταζε... Έβαλα ένα τσιροτο. Σταμάτησε να τρέχει.

Εγώ με τη στολή μου, ο καπετάνιος το ίδιο, ο Γραμματικος επίσης. Και οι τρεις μας στη γέφυρα. Η δοκιμος πάνω και η γυναίκα του Γραμματικού για να δει που θα μπουμε στο Κατάρ. Έχουνε πιλότο. Φτάνουμε στην μπούκα φορτσατοι, ο καπετάνιος ρωτάει τον πιλότο, μήπως θα ήθελε να κατεβαζαμε ταχύτητα, εγώ τον έχω ήδη ρωτήσει αν χρειάζεται bow thruster,όχι απάντησε... Πλησιάζουμε επικίνδυνα γρήγορα στον ντοκο... Τα ρυμουλκα δεμένα δεν βογαρουν. Ο πιλότος κατάλαβε ότι κάτι δεν παει καλά. Ξεκινήσαμε crash astern... Δωθηκε εντολή στα ρυμουλκα να μας τραβήξουν πάσα δυνάμει. Ο Γραμματικος είπε στον ανθυποπλοιαρχο στην πλώρη να φύγει από μπροστά όλος ο κόσμος. Εμείς στην γέφυρα βαστουσαμε όλοι κάτι σταθερό για την σύγκρουση... Να έχουμε κάτι να κρατηθουμε όρθιοι. Την γλυτωσαμε... Μην ρωτάτε πως και πόσο μακριά... Την γλυτωσαμε.

Στα επόμενα Εμιράτα είχανε εσωτερική επιθεώρηση. Από την γέφυρα ένα άτομο τσεκαραν... Εμένα... Κοπέλα και πρωτιμπαρκη. Τους άφησα παγωτά και το χάρηκα πολύ! Έμειναν ενθουσιασμένοι, είχα δουλεξει πολύ γι'αυτο. 

Τελευταίο κατέβασμα πια για τα αγία νερά. 20:30 τοπική άκουσα την φωνή του. Ρεπορταριζε. Κατάλαβα ότι ήταν μπροστά μου. Έχω είχα κίνηση μπόλικη. Μόλις καθαρισα έβαλα φωνή στο 16. Ήταν αυτός, είχε βάρδια. Δώσαμε κανάλι και φύγαμε να μιλήσουμε. 23:20 τοπική είμαστε σε παραλλαξη 1,65 ναυτικά μίλια απόσταση. Η φωνή του ζέστη στο ακουστικό... Αναψα τον φακό στη γέφυρα και με είδε, άναψε κι αυτός ένα φως... Πλέον τον άκουγα, τον έβλεπα και δεν μπορούσα να τον αγγιξω... Μόλις σχολασα πήγα στην καμπίνα, δεν μπορούσα να κρατησω άλλο τα δάκρυα μου... Μου έλλειπε πολύ... 

Έσφιξα τα δόντια, εξάλλου λίγες μέρες έχω ακόμα... Συνέχισαν οι βάρδιες ήσυχα. Με έχει πιάσει μια ανησυχία για το bab el mandeb. Ακούμε συνέχεια επιθέσεις πειρατών στην ερυθρα τώρα πια, είναι τα μουσωνια και έχουν ανεβεί πιο ψηλά... Τα πολεμικά αφαντα... Κοιτάξω στον ecdis που θα είμαστε στην επόμενη μου βάρδια. Κάτι με ταραζε βαθιά μέσα μου. Πήγα για ύπνο...

Το πρωί ανεβηκα στη γέφυρα παγωμένη. Σε ετοιμότητα, αλλά δεν ενιωθω τίποτα. Σαν να είχα βάλει την καρδιά μου στην κατάψυξη. 10:20 στον καφε... Έχω τον ναυτη στο τιμόνι και γυρίζω, βλέπω αριστερά μου 3 ψαραδικα, ακριβώς πίσω από τα 3 αδέρφια... Δίπλα το ένα στο άλλο, 6-7 άτομα καθε βάρκα. Τους παρακολουθώ... Άλλο ένα βαρκακι εμφανίζεται και κροσαρει με ταχύτητα την πλώρη μου, δίνω εντολω και στριβουμε κι άλλο αριστερά, ήθελα να έχω τον έλεγχο. Τον καθαρισα τον πλωριο, γυρίζω το βαπόρι πορεία. Είμαι πλέον σε παραλλαξη με τα 3 ψαραδικα, τότε τα δυο ξεκίνησαν με τέρμα τα γκαζια τους για το βαπόρι μου... Πήρα τηλέφωνο κάτω, έπιναν καφε. Ήταν ο καπετάνιος. Πάγωσε μόλις του είπα το συμβαίνει. Σαν αστραπή ήρθε με μιας στη γέφυρα, μαζί του και όλοι οι αξιωματικοί που πιναν τον κεφε τους. Σε ένα από τα βαρκακια είδαμε στην πλώρη του ένα όπλο... Ήταν πειρατές, αυτό ήταν σίγουρο. Αρχίσαμε να φωνάζουμε τα πολεμικά στο 16... Ποτέ καμία απάντηση. Το αίμα όλων είχε παγώσει, ο τρόμος είχε ζωγραφίσει τα πρόσωπα τους. Εμένα δεν με εννοιαζε... Δεν ένιωθα φόβο, ήμουν σίγουρη ότι όπως να γίνει θα είμαστε καλά. Είτε όμηροι είτε όχι...

Μετά από λίγο και αφού έφτασαν σε απόσταση κοντά στο μίλι τα παρατησαν. Δεν θα μπορούσαν να μας πιάσουν... Με 20 κόμβους είμαστε δύσκολος στόχος.

Φτάσαμε Εμιράτα για να φύγω. Έχω φτιάξει 7 σελίδες παράδοση στον αντικαταστάτη μου με τις δουλειές που έχει να κάνει. Έχει πηξει κανονικά... Από το πρωί μέχρι τις 16:45 του λέω τι έχει να κάνει. Τότε μου λένε ότι σε μισή ώρα θα είναι η λατζα μου στο βαπόρι. Τα πράγματα μου ακόμα χύμα και εγώ ούτε μπάνιο δεν έχω χρόνο να κάνω... Αρων αρων κλεινω βαλίτσες, κατεβαίνω κάτω. Είχε σουελ. Θα κατεβαινα από πιλοτοσκαλα. Η λατζα προσεγγίζει με φόβο, εγώ ήδη έχω αρχίσει και κατεβαίνω στα πλευρά του πλοίου με την πιλοτοσκαλα. Είμαι από κάτω η λατζα και κουναει τρέλα... Έφυγε, φοβήθηκε και εγώ εκεί κρεμασμενη στα πλευρά του πλοίου να σκέφτομαι ποιος παίζει μαζί μου... 

Τα μεσάνυχτα τελικά κατάφερα να φύγω με τη λατζα του bunker surveyor....

Εφτά μήνες από τη ζωή μου... Εφτά μήνες συγκινήσεις και άγχος,  νευρα, χαρές... Εφτά μήνες....