Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Σε τι γαλαξίες ταξιδεύεις πάλι?




Σε τι γαλαξίες ταξιδεύεις πάλι? 
Σε τι νερά να πλέει η βάρκα σου, με το πανί της απλωμένο, να τραντάζει με τ'αεράκι. Το φεγγάρι τα άστρα να σου κρύβει και εσύ το δρόμο σου να χάνεις.. Και γύρω η νύχτα σιωπηλή μονάχα παφλασμοί στο ξύλινο σκαρί σου ακούγονται. 
Μέσα στη νύχτα σιωπηλοί με φτερά μας για κουπιά σε άγνωστες θάλασσες, με τρικυμιές, με τα φτερά του καρχαρία δίπλα μας να παίζουν σαν τα μικρά παιδιά και εμείς στην μέση, πιστοί στις εντολές σου... Εκεί σταθεροί να κάνουμε κουπί με ένα ζευγάρι μαδημένα φτερά ο καθένας. Χωρίς φόβο, χωρίς ελπίδα, χωρίς αύριο. Μόνο στο σήμερα για ένα ζευγάρι ανάσες μόνο. Για ένα κύμα που θα βρέξει τα πρόσωπά μας και φιλήσει τα χείλη μας μια αλμύρα άπιαστη. Σαν να σε φιλά νεράιδα. Απόκοσμη γεύση, ονειρική... 
Στο φεγγάρι τα χρώματα χορεύουν, λίγο κόκκινο ήταν πριν, μετά χρυσό, μετά ασημένιο, τώρα πάλι χρυσό. Φεύγει και αυτό. Τίποτα δεν είναι για πάντα. Όλα φεύγουν τελικά...
Και το σκαρί μας παλιώνει. Τα ξύλα αδυνατούν σε κάθε βήμα και τρίζουν άσχημα. Τα έχει φάει αυτή η πουτάνα η αλμύρα που τρώει και μαγεύει τα πάντα. Και εμείς ακόμα στεριά δεν βρήκαμε. 
Τα φτερά έχουν σπάσει και έχουν χαθεί από καιρό τώρα. Αλλά έχουμε τα χέρια για κουπιά και της θαλάσσης τα άγρια θηρία φίλους έχουμε κάνει και φευγαλέα στην πλάτη τα χαϊδεύουμε. Και μέρες που βλέπεις τα αστέρια και οδηγείς το γέρικο αυτό σκαρί και μέρες που χάνονται πίσω από τα πυκνά σύννεφα. Μέρες τώρα πάμε με βροχές, κρύο και αγέρα άγριο και πρόστυχο. Σαν τις κοινές στα λιμάνια που συναντούσαμε παλιά. 
Το ιστίο έχει σπάσει χρόνια τώρα μόνο ένα κομμάτι ξύλου είναι στη θέση του, απομεινάρι ενός άλλου καιρού να θυμίζει πράγματα που χάθηκαν για πάντα και ποτέ πίσω δεν ξαναγυρνούν. Τα μαλλιά μας έγιναν ασημένια. 
Δεν θέλω να βρεις τη σωστή πορεία πια. Συνήθισα εδώ δεν θέλω να βγω, το ξέρω θα ζαλίζομαι εκεί έξω. Άσε που τους ανθρώπους τους φοβάμαι. τους σιχάθηκα για τα καλά. Αυτούς και τα ψεύτικα καμώματά τους, ξερατά στα μούτρα τους. Να τους κατουράς και πάλι πολύ τους είναι. Δεν θέλω πια να τους ξέρω. Εδώ καλλιά με τα θηρία να τα χαϊδεύω για να με φάνε τη μέρα που η βάρκα αδύνατη θα σπάσει και ταξίδι μαζί της δεν θα βγαίνει άλλο πια. Καλύτερα αυτός ο καιρός σου λέω. Να μην βλέπεις σωστά το δρόμο και να κάνουμε κύκλους στο μεσοπέλαγο. Χαμένοι. Ξεχασμένοι μα λέφτεροι. Χωρίς τις μάσκες. Μόνο με το δέος της φύσης να μας θυμίζει πόσο μικροί είμαστε. Όταν αστραφτεί και βροντά και όταν τα κύμα τινάζει το σκαρί μας σα γυναίκα σ'οργασμό ψηλά στον αέρα. Και μετά ηρεμεί πάλι... Και δώσ’του και άλλο και δεν σταματά. Τι δέος Παναγιά μου... 
Και μετά να βγει ο ήλιος και χαϊδεύει τα γυμνά κορμιά μας σαν την πρώτη μας αγάπη. Όπως τότε που παιδιά ακόμα γνωρίσαμε τον έρωτα... Αχ... τον έρωτα. σάπισε και αυτός και πέθανε τώρα πια. Έχω χρόνια πολλά χαμένος σε αυτό το σκαρί μα θυμάμαι και έξω είχε χαθεί. 
Δεν υπάρχει, ίσως εσύ από τους τελευταίους που τον γνώρισες. Και τον έχασες. Έτσι του πρέπει πάντα. Να χάνεται... Να πεθαίνει πριν αρρωστήσει και σαπίσει. Πριν να γευτείς το σάπιο του καρπό πρέπει να πεθαίνει. Στο άνθος του πάνω. Τότε που τα μπουμπούκια μοσχοβολούν και μοσχοβολίζει όλη η γειτονιά με αρώματα.

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Χειμώνιασε

Χειμώνας πια... Με βροχές και κρύα...

Κανονικός χειμώνας δηλαδή με τα όλα του. Καιρός ήταν πια. Κυριακή απόγευμα σήμερα. Τι ειρωνεία...

Μικρή φοβάμουν τις Κυριακές, με κούραζαν πολύ. Μεγαλώσα μάλλον... Χαίρομαι που έχω ακόμα μια Κυριακή. Τώρα με φοβίζει απλά η επόμενη μέρα.

Εξετάσεις, σκανερ, όγκοι, φλέβες, αρτηρίες. Πόνος είναι όλα. Πόνος και αναισθησία.

Τι να μου πεις όταν σε ακούω μεχρι τις 5 το πρωί να ουρλιάζεις από τους πόνους; Τι να μου πεις όταν το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου χαρίζω δευτερόλεπτα χαμόγελου; Τι να μου πεις όταν σε βλέπω χωρίς να έχω δύναμη να κάνω τίποτα δραστικό; Τι να μου πεις για τα βράδια που πέφτω για ύπνο και κρύβομαι για να βάλω τα κλάμματα; Τι να μου πεις για τις μέρες που απέχω από τα πάντα και η σκέψη μου και η καρδία μου είναι μαζί σου; Τι να μου πεις όταν θέλω να ουρλιάξω και το ξέρω πως δεν έχω πια δύναμη; Τι να μου πεις για τα δάκρυα που κρύβω στο μπάνιο και τα βαφτίζω σαπούνι; Τι να μου πεις όταν κάθε βράδυ έρχεται με τον φόβο της απώλειας; Τι να μου πεις;

Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες απόψε μαζί με έναν ελληνικό σε μεγάλη κούπα. Όπως κι εσύ σε μεγάλη κούπα, ελληνικό όπως κι εσύ. Τι χρόνια και αυτά; Δύσκολα και εύκολα με γέλια και δάκρυα. Είχαμε όμως ο ένας τον άλλον. Τώρα λυγίζω γαμώτο. Δεν θέλω να σε χάσω. Μου έρχονται δάκρυα... Θα τις βάλω πισω στο ντουλάπι μέσα στο κουτί από τα πούρα Αβάνας που μας είχε φέρει κάποιος θείοες πολύ παλιά. Τι παράξενο σπίτι για στεγάσει κανείς τις φωτογραφίες του. Και όμως έχει ένα άρωμα ατόφιο τόσα χρόνια, μυρωδικές αναμνήσεις.

Πόσο τυχερή; Που πρόλαβα να ζήσω μαζί σας, που κατάφερα να σας αγαπήσω περισσότερο από τα πάντα, που έμαθα ότι ξέρω από εσας.

Γιατί; Τώρα πες μου γιατί να σταματήσουν πια αυτοί οι λυγμοί. Γιατί; Και τώρα τι γίνεται; Φοβάμαι να ξημερώσει η επόμενη μέρα. Κάθε φορά φοβάμαι ότι η επόμενη μέρα θα είναι το τέλος. Χαίρομαι όταν βλέπω πόσο έξω έχω πέσει, αλλά κάθε βράδυ ο ίδιος φόβος έρχεται και πιο δυνατός!

Αύριο έχουμε πάλι χειρουργείο. Πόσο τρομακτικό μπορέί να είναι αυτό... Αλλα και πάλι όταν έχεις φτάσεις να μην έχεις χώρο να κάνεις έστω και ένα βήμα πας και στο κενό και που ξέρεις, αν το πιστέψεις μπορεί να περπατήσεις στην γυάλινη γέφυρα που δεν την βλέπει ανθρώπου μάτι.

Προσεύχομαι, παρακαλάω για αυτή τη γέφυρα. σε βλέπω να πονάς συνέχεια, σε βλέπω να υποφέρεις, τώρα πια δεν θέλεις να τρως, το πρόσωπό σου δείχνει την κουρασή του, μοιάζεις να έχεις γεράσεις και πια δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα στα μάτια μου... Πάω στο μπαλκόνι για τσιγάρο και να ηρεμήσω λίγο, όπως κάθε φορά μπροστά σου πάντα δυνατή και χαμογελαστή.

Ο Θεός να μην δίνει σε άνθρωπο να γνωρίσει τα όρια του... Τι τραβάς εσύ; Ποιος μπορεί να μπεί μέσα σου και να το δει;

Θέλω να φτιάξω πάλί εκείνο το παλ με την Όλιβ και τον Ποπάυ όπως τότε που ήμουν 5 και ήσουν ο ήρωάς μου. Και τώρα εσένα έχω για ήρωα... απλά τώρα το βάρος που μας βαραίνει την ψυχή είναι δίχως μέτρο. Μετά να βγάζουμε χαρούμενες και ξέγνοιαστες φωτογραφίες. σαν κι αυτές που έβλεπα πριν λίγο.

Ή τότε που είχα δει εφιάλτη αι μέσα στη νύχτα ήρθες να με πάρεις αγκαλιά, να μου σκουπίσεις τα δάκρυα και να με βάλεις πάλι για ύπνο λέγοντάς μου ότι με αγαπάς.

Πόσο θέλω να γυρίσω πάλι πίσω...

Φοβάμαι και στο κελί μου έχει κρύο. Μικραίνει συνέχεια ο χώρος που μου αναλογεί και κοντεύουν να μου στερέψουν οι ανάσες.

Σε αγαπάω. Μόνο αυτό. Γίνε καλά γιατί σε έχω ανάγκη ακόμα...

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Έμεινα εδώ...

Ξέρεις... Μεγάλωσα πια.

Κάποτε ήμουν μικρή και κάποτε, πολύ πιο παλιά δεν υπήρχα...

Στην αρχή στο σπίτι υπήρχε ένας κύριος και μια κυρία που αγαπιώντουσαν πολύ. Έκαναν ένα παιδάκι και ζούσαν ευτυχισμένοι. Είχαν τον γιο τους να συμπληρώνει την ευτυχία τους. Τα χρόνια πέρασαν και έμαθαν πως θα αποκτήσουν και άλλο ένα παιδάκι. Η χαρά τους μεγάλη!

Οι μήνες περνούσαν και η κοιλιά μεγάλωνε... του Σταυρού ήταν που μπήκαν στο νοσοκομείο για να γεννήσουν. "Δεν γίνεται να βγει το παιδί, έρχεται στραβά και καισαρική δεν μπορούμε να σου κάνουμε...", της είπαν τότε οι γιατροί... "Άνοιξέ με και βγάλε το παιδί από μέσα μου, να ζήσει αυτό" τους είπε τότε αυτή. "Παιδί μου έχεις ένα παιδί και έναν άντρα... Εγώ έγκλημα δεν κάνω. Πάω να πλύνω τα χέρια μου.." είπε ο γιατρός. Και έτσι έγινε, πήγε στο νιπτήρα του δωματιού και έπλενε τα χέρια του. Μια εικόνα πάνω από το κεφάλι της, γύρισε όπως ήταν ξαπλωμένη και ευχήθηκε στην Παναγία να την βοηθήσει. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της μαζί με τον ορό της και πήγε στην τουαλέτα. "Γιατρέ, βγες. Πρέπει να πάω στην τουαλέτα!", του είπε. "Τι λες παιδί μου αφού είσαι νηστική για μέρες... Κάτσε μισό λεπτό... Εσύ γεννας!".

Έτσι και έγινε αυτή γέννησε και πλέον το σπίτι τους είχε ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι.

Τα παιδιά μεγάλωναν. Η μάνα τους πάντα ύαινα να κατασπαράξει όποιον θα πείραζε τα παιδιά της. Ο μικρός ήθελε να γίνει αεροπόρος και η μικρή ήθελε να γίνει ναύτης. Αστεία που είναι τα παιδιά...

Φιλάσθενο παιδί η μικρή. Πάντα με τα αφτιά της. Και εκείνη την φορά που ο πυρετός της είχε φτάσει 41 που της έμεινε αναίσθητη... Και όμως κατάφερε να φέρει πίσω την μικρή της. Ή την άλλη φορά που είχε πρηστεί το δόντι της και δεν την έκανε καλά καμία αντιβίωση που μπήκαν στο νοσοκομείο, και το πρώτο μεσημέρι έφεραν στη μικρή της μακαρόνια με κιμά και ένα μήλο (κόκκινο), μόνο που δεν έδειρε την τραπεζοκόμα, γιατί το παιδί της δεν μπορούσε να μασήσει σχεδόν τίποτα. Ή την άλλη φορά που έιχε σπάσει τον αγκώνα της και μετά από καιρό που έβγαλε τον γύψο είχε πάθει αγκύλωση της έκανε μόνη της φυσιοθεραπείες για να κουνήσει πάλι η μικρή της το χεράκι της.

Στο σχολείο της φορούσε κάτι φορέματα που έκαναν την μικρή να κλαίει από ντροπή... νόμιζε ότι θα ήταν άσχημη (όχι ότι πίστευε ποτέ ότι είναι όμορφη). Στο σχολείο μπορούσε να τσακωθεί με όλους αν έβλεπε ότι δεν πήγαιναν σωστά τα πράγματα και που καμάρωνε για την πρόοδο του παιδίου της.

Μεγάλωσε τα παιδιά με αρχές και ήθος.

Ο γιός έφυγε νωρίς για σπουδές και έτσι έμεινε με την μικρή. (Πάντα στα ματια της θα είναι μικρή) Και ήταν σαν φίλες, αλλά όχι ακριβώς...

Όταν ήρθε η ώρα της μικρής για σπουδές "Μόνο Αθήνα" της είπαν οι γονείς της. Όχι ότι δεν θέλαν, αλλά δεν είχαν την οικονομική άνεση. Και αυτή αυτό έκανε. Πέρασε σε μια σχολή που δεν της άρεσε. Πήγε ένα εξάμηνο και μετά είχε πρόφαση τη σχολή. Κάποια στιγμή ξύπνησε και διάλεξε μια σχολή που πίστευε ότι θα της άρεσε.

Σε μια σχολή για καπετάνιους μπήκε τη δεύτερη φορά η μικρή. Τον Φλεβάρη θα έφευγε ταξίδι και ένα μήνα πριν έπεσε και χτύπησε ένα βράδυ Σαββάτου, στο γόνατο καλό χτύπημα. Δεν τους είπε τίποτα, είχαν βγει και αυτοί μετά από τόσο καιρό. Θα περάσει σκεφτόταν η μικρή... Το βράδυ πήγε να πιεί νερό την κουζίνα και λιποθύμησε από τον πόνο. Η μάνα της ξύπνησε πρώτη, νόμιζε ότι είχαν μπει στο σπίτι κλέφτες. Ήταν η μικρή τους αραδιασμένη στο πάτωμα. Πήγαν στο νοσοκομείο, ρήξη συνδέσμου τους είπαν οι γιατροί. Αυτή ήταν μέσα στη στεναχώρια... Και σε ένα μήνα θα έφευγε η κόρη της για ταξίδι με πλοίο. Δεν της άρεσε καθόλου ούτε το χτύπημα της μικρής και πόσο μάλλον που θα έφευγε το παιδί τους.

Το βράδυ πριν φύγει έκατσαν οι τρεις τους στην κουζίνα. "Να ξέρεις ότι εδώ είναι πάντα το σπίτι σου και ότι αν νιώσεις ότι δεν είναι για σένα θα φύγεις αμέσως και θα γυρίσεις πίσω. Και μην φοβάσαι τίποτα, κανένας καλός δεν χάνεται." είπε ο πατέρας στην μικρή.

Την άλλη μέρα έφυγε. Και ήταν δύσκολα πολύ, όχι η δουλειά αλλά ο κόσμος. Σκάρτος τελείως.

Και η μικρη γύρισε βαριά άρρωστη σπίτι της. Και η μάνα της ήταν εκεί, όπως πάντα, στο πλάι της.

Και τα χρόνια περασαν και η μικρή έφευγε και γύρναγε. Σε ένα ταξίδι αναγκάστηκε να γυρίσει νωρίτερα σπίτι της γιατί αιμορραγούσε κάτι μήνες από το αφτί της. Βρήκε τον πατέρα της στο νοσοκομείο, βαριά άρρωστο. Οξυγόνα στο σπίτι... Δύσκολα... Έκατσε ένα μήνα ξέμπαρκη, ο πατέρας της είχε βγει από το νοσοκομείο και πήγαινε κάπως καλύτερα, αλλά σαφώς καταβεβλημένος.

Έφυγε και έλειψε 6,5 μήνες. Γύρισε και ο θείος της χαροπάλευε. Τις πρώτες μέρες πίσω πάντρεψε δύο αστέρια λαμπρά. Κοίταξε μετά να βρεί σπίτι καλύτερο για το αγαπημένο ζευγαράκι, την μάνα και τον πατέρα της. Και βρήκε. Μετακόμισαν και μετά από λίγες μέρες πέθανε ο θείος της. Ο αγαπημένος της μάνας της. Λίγο καιρό μετά έφυγε πάλι.

Σε ένα λιμάνι είχαν φτάσει και ετοιμαζόταν μετά από 3 μήνες να βγει την πρώτη της έξοδο. Είδε ένα μήνυμα στο κινητό της από τον αδερφό της. Τον πήρε τηλέφωνο οπως της ζητούσε αυτός. "Η μαμά μας δεν είναι πολύ καλά... Της βρήκαν έναν κακοήθη όγκο... Ξεκίνησε θεραπείες." Ο ουρανός σταμάτησε να είναι γαλανός για την μικρή και οι μέρες της έγιναν ανυπόφορες και γκρίζα βροχερές. Έκατσε άλλον ένα-μιση μήνα μέσα σε αυτή τη φυλακή. Όχι ότι δεν ήθελε να έρθει, αλλά μπορεί να χρειάζονταν να βοηθήσει οικονομικά.

Γύρισε και βρήκε την μάνα της χλωμή. Ανύμπορη. Ένα φοβησμένο σπουργιτάκι. Και τους έδιωξε όλους από το σπίτι. Έμεινε η μικρή εκεί με την μάνα της και τον πατέρα της. Μόνο οι τρείς τους. Και ήταν δύσκολο.

Η μάνα της φοβόταν να της το πει της μικρής όταν έλειπε, και  η μικρή φοβάταν να αφήσει την μάνα της να το καταλάβει ότι ήξερε όσο έλειπε. "Φοβάμαι, δεν θέλω να πεθάνω, θέλω να ζησω. Μόλις το έμαθα νόμιζα ότι έπεσε ο ουρανός, έχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Και δεν ήθελα να το μάθεις εκεί που ήσουν μην στεναχωρηθείς." είπε η μάνα της. "Μην φοβάσαι τίποτα μανούλα μου! Εγώ είμαι τώρα εδω και όλα θα πάνε καλά! Θα γίνεις καλά! Αλήθεια το λέω, θα το δεις! Αλήθεια μαμά... σου έχω πεί ότι σε αγαπάω πάρα πολύ; Μανούλα, σε ΑΓΑΠΑΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ!" Οι θεραπείες τους συνεχίζονταν και η μάνα της φοβόταν και το έβλεπε η μικρή και τότε αρματωνότανε με θάρρος και ορμούσε! Και έκανε την μανούλα της να ελπίζει πάλι και να γελάει. Και το ήξερε η μικρή ότι δεν θα έφευγε πάλι μέχρι να γίνει καλά η μανούλα της. Και πήγαν για αξονική, να δουν τι έχει κάνει ο όγκος. Και τώρα ο γιατρός είδε και άλλο μέλος προσβεβλημένο. Και η μάνα της άσπρισε και πάγωσε το αίμα στις φλέβες της. Και το κατάλαβε η μικρή γιατί και αυτη έτσι ένιωσε, τα αφτιά της να βουίζουν και τα πόδια της να έχουν ξεριζωθεί απο τους γοφούς της. Ακούμπησε το χέρι της απαλά γύρω απο τους ώμους της μανούλας της και της είπε: "Δεν είσαι μόνη σου τώρα... Είμαστε όλοι μαζί! Και θα τα καταφέρουμε να νικήσουμε!" έπαιρνε δύναμη και η μανούλα της.

Το απόγευμα στο σπίτι ο πατέρας της στο μπαλκόνι με τα μάτα πρησμένα από το κλάμα και μέσα στον καναπέ η μανούλα ης ακόμα χλωμή καιμε το βλέμα της καρφωμένο στο κενό. Η μικρή τους έδεσε πάλι πίσω. Το βράδυ μόνο που δεν τσακώθηκαν. Τότε τους σταμάτησε η μικρή, άπλωσε τα χέρια της και έπιασε τα χέρια των γονιών της. "Τι κάνετε τώρα; Είναι δύσκολο για όλους μας, και όλοι μας φοβόμαστε, αλλά έχουμε την αγάπη μας και θα τα καταφέρουμε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ!" τότε ηρέμησαν και προσπάθησαν να της δώσουν ένα παγωμένο χαμόγελο. Καλό είναι για αρχή, σκέφτηκε η μικρή.

Πήγαν για θεραπεία. Ο γιατρός προβληματισμένος. "Ανησυχητικές οι εξετάσεις σου, αλλά εγώ σε βλέπω ότι πας καλύτερα. Θα αλλάξουμε την θεραπεία και θα δούμε πως θα πάμε, ίσως χρειαστεί να κάνουμε και ακτινοβολίες παράληλα" είπε ο γιατρός της. Η μανούλα της πάλι χλώμιασε και φοβήθηκε πολύ αλλά και πάλι η μικρή έκανε ότι μπορούσε για να την κάνει να χαμογελάσει και να ξεχαστεί από τις δυσάρεστες σκέψεις της.

Όταν καθόντουσαν στο κρεβάτι της μανούλας της τοτε αυτή της έλεγε "Και εσύ παιδί μου δεν πας πουθενά, όλη μερα εδώ είσαι, καλοκαίρι και ούτε για μπάνιο δεν πας." και τότε η μικρή της απαντούσε "Εσύ δεν μου έμαθες να κάνω αυτό που με ευχαριστεί; Εμένα με ευχαριστεί να είμαι μαζι σας!" και τότε η μάνα της δεν μιλούσε και μόνο την αγκάλιαζε με τα φτερά της ανοιγμένα. Ένα άλλο πάλι απόγευμα είπε η μανά της ότι θα πάει για ντους και θα βρέξει τα μαλλιά της αλλά δεν θα βάλει σαπούνι γιατί φοβάται μην της πέσουν τα μαλλιά από τις θεραπείες, μα η μικρή δεν νοιάστηκε και της είπε να βάλει σαπουνάκι και να μην φοβάται τίποτα, γιατί η μικρή ήξερε ότι αν πέσουν τα μαλλιά της μανούλας της θα κόψει και αυτή τα δικά της...

Και πλέον η μικρη έχει καταλάβει ότι είναι η μαμά των γονιών της και δεντην νοιάζει γιατί την χρειάζονται τώρα. Όχι πως είναι εύκολο, τα βράδια μόλις τους βάλει για ύπνο παιρνει το αμάξι και γυρίζει στους δρόμους με κλάματα καυτά να τρέχουν από τα μάτια της και μια παράκληση να γίνουν όλοι καλά και η Παναγία να τς δίνει δύναμη.

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Airport

Ένα ταξίδι στην Αίγυπτο.
Ένα ταξίδι από Αίγυπτο.
Ένα ταξίδι και μια βαλίτσα.
Μια μέση δανισμένη. Σε κάθε βήμα τρίζει και βρυχάται.
Στη μέση και εμείς.
Μεταξύ του θυμάμαι και του ζω.
Ένα γραπτό.
Μια διαίσθηση.
Αντίθετοι κανόνες.
Κάθετες απόψεις.
Και;
Τώρα;
Πως να κάνω το όνειρο να σταματήσει;
Πως η φαντασία πρέπει να περάσει στο αποθηκάκι;
Πως;
Αλήθεια είναι;
Πραγματικά δεν ξέρω.
θα μπω στην Αττική.
Μούδιασμα νιώθω.
Νέυρα, χαρά, ανυπόμονη...
3 ώρες;
Ούτε καν...
Γίνεται;
Μια νέα αρχή;
Μια συνέχεια;
Το ίδιο παραμύθι;
Ένα σταυρουδάκι για τον λαιμό.
Στο πέρασμα με τους μύστες μια αλήθεια.
Το τζάκι θα ανάψει.
Η φωτιά του δε θα κάψει όμως.
Όχι ακόμα.
Γιατί τρέμεις καλό μου;
Πόσοι μήνες έρχονται σήμερα;
Πόσα δάκρυα θα ξεπλυθούν με καινούρια δάκρυα;
Κρυώνω και ζεστένομαι.
Και μάτσο όλα.
Τα λαμπάκια ένα κουβάρι.
Ένα κουβάρι.
Το κεφάλι μου πια...
Σταμάτα.
Αλήθεια είναι;
Arrive or departure;
Έρχεσαι και μια εγώ φεύγει.
Έρχεσαι και ξυπνάει το μέσα μου εγώ.
Η θάλασσα... αχ, η θάλασσα...

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Αλλά τα βράδυα...



Και τι είμστε λοιπόν? Ένα αστείο... Μια φάλτσα συγχωρδία...

Τίποτα, χωρίς αύριο, χωρίς χθες... μόνο το σήμερα μας σώζει...

Χθές ήσουν καλά. ΧΘΕΣ. Αύριο;

Χθες ήσουν νεκρός. ΧΘΕΣ. Αύριο;

Αύριο δεν σε θυμάται κανένας.

Είμαστε σαν τους φάρους στο λιμάνι. Εκεί την μέρα. Και το βράδυ μας βλέπουν μέχρι που κάνουμε ένα κενό... ένα σκοτάδι... και εκεί όλα έχουν τελειώσει.

Γιατί έτσι; Γιατί; Σκατά ρε... Γιατί πάντα έτσι ήταν.

Και τι χρωστάς εσύ να ξυπνήσεις και να δεις το θέαμα. Τίποτα...

Και γιατί αύριο θα πρέπει να ντυθώ στα μαύρα; Δεν πρέπει... Όχι, σίγουρα δεν πρέπει. Εγώ το θέλω.

Και να σου πω και κάτι; Δεν γουστάρω να έρθω. Σίγουρα δεν γουστάρω να έρθω...

Αλλά θα είμαι εκεί.

Αλλά τα βράδυα τι όμορφα που μυρίζει η γη...

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Καλό ταξίδι, Πρόσεχε φίλε.

Χαμένες αγάπες... χαμένες για πάντα στιγμές...

Θέλω τώρα να ξαπλώσω στην αγκαλιά σου. Δεν θέλω τίποτα άλλο, την αγκαλιά σου μόνο. Πάνω στη γη και οι δυο... Μια τόσο μικρή γη και όμως τόσο μακριά.

Θέλω να σε ακούσω. Ξέρω ότι δεν μπορώ να σε έχω τώρα που σε χρειάζομαι. Τουλάχιστον να μου πεις τι σου είπαν οι γιατροί.

Θέλω να φύγω και απορρείς. Και εσύ θέλεις να κάτσεις.

Πες μου γιατί να κάτσω εγώ; Μου λες αν θα έρθεις θα τρελαθείς. Το πέρασες μια κι δεν το θέλεις πάλι. Ούτε και εγώ το θέλω.

Να σου πω κάτι; Και εγώ φρικάρω εδώ. Και όχι που είμαι ακόμα εδώ όυτε ότι δεν περνάω καλά... αλλά μου λείπεις και σε χρειάζομαι.

Και ναι... Δεν είμαι καλά, ούτε είναι όλα οκ. Αν δεν είσαι εδώ τίποτα δεν είναι ίδιο.

Χτύπησα χθες. Εσύ έφευγες για το νοσοκομείο. Σε ένα σίδερο στην άκρη του δρόμου. Κομματιάστηκε το παντελόνι μου και έσκισα και τον μηρό μου. Δεν είναι σοβαρά. Μέχρι να βρεθούμε θα έχει γιάνει...

Θέλω να ψάξεις να μου βρεις σπίτι να νοικιάσω να μείνουμε μαζί. Και εσύ αν δεν θέλεις να μείνουμε μαζί να μείνω μόνη μου.

Εγώ θέλω να είσαι καλά για να είμαι ευτυχισμένη. Εσύ θέλεις να είμαι καλά για να είσαι ευτυχισμένος.

Εγώ σε θέλω εδώ. Δεν με νοιάζει. Να μην μου μιλάς. Να σε νιώθω δίπλα μου μόνο.

Το ξέρεις ότι δεν τα παρατάω, αλλά όταν θα τα παρατήσω θέλω... πολλά...

Θέλω μαυράδια πολλά... Μαρουλάκι μαρουλάκι... έστω...

Θέλω την αρκούδα. Πρωινό καφέ. Ταινία...

Θέλω... Θέλω... Μαζί θέλω...

Θέλω να σε δω. Θέλω να είσαι εδώ...

Θέλω πίσω το χέλλλλι μου!

Θέλω να πάμε με τα παιδιά εκδρομή. Να πάμε για ψάρεμα. Να με μάθεις ψαροντούφεκο. Να πάμε στο Μέτσοβο...

Θέλω να κάτσεις κάτω και να γκρινιάζω. Όχι γιατί έχω κάτι, αλλά για να πω ότι γκρίνιαξα.

Θέλω να έρθεις πάλι στον καναπέ και να μου φέρεις εκείνες τις φοβερές μακαρονάδες που φτιάχνεις και να με ταίσεις και μετά να τσακωνόμαστε για το ποιός θα πλύνει τα πιάτα. Και όταν θα μπεις για μπάνιο να πάω να τα πλύνω εγώ και μετά να τσακωθούμε γιατί τα έπλυνα.

θέλω να τσακωθούμε.

Να τα σπάσουμε όλα. Και μετά να τα βρούμε και πάλι.

Δεν θέλω να παραμιλάω πια στον ύπνο μου και να σε παρακαλάω να μην φύγεις.

Δεν θέλω να σε έχω μόνο στα όνειρά μου...

Θέλω να δω το βράδυ εφιάλτη ενώ θα είμαι στην αγκαλιά σου και να μου πεις να μην φοβάμαι. Θέλω να ξυπνήσω το βράδυ ενώ κοιμάσαι και να βγω έξω για τσιγάρο και να σκύψεις πάνω μου να με φιλήσεις και να με περιμένεις να πάμε πάλι μαζί για ύπνο.

Και θέλω να σε ξυπνήσω το βράδυ γιατί δεν μπορώ να ανοίξω το μπουκάλι και να το ανοίξει εσύ για μένα. Και να βλέπω ότι δεν κάνεις αγγαρία...

Θέλω να ζήσω ότι ζούσα μαζί σου πριν φύγουμε και ότι ζήσαμε έστω για λίγο στην Αλεξάνδρεια...

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Κάτι στον έρωτα μένει κρυφό...



Ίσως

Κάτι στον έρωτα μένει κρυφό
Ίσως να είναι της μοίρας γραφτό
Ή μήπως πάλι εκεί που κοιτώ, φταίω εγώ...

Ζωή μου ποιος να 'χει το φταίξιμο αυτό
και πόνο δεν νιώθω να ξέρω πώς ζω
Μια κόντρα δεν είχα για την μοναξιά
για φίλη την πήρα πριν χρόνια αγκαλιά...

Δρόμος η αγάπη χωρίς τελειωμό
Ίσως να φεύγει ή ν' αρχίζει από εδώ
ή μήπως ψάχνω για να αγαπηθώ
Σε ό,τι μισώ...

Στίχοι: Σμαρώ Παπαδοπούλου
Μουσική: Θοδωρής Παπαδόπουλος
"Βύσσινο και νεράντζι" 2006

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Βροχή και χώμα...

Βροχή... Πάρκαρα στο λευκό χώμα... Αναστάτωση διάχυτη...

Σάββατο... Βρέχει το σπρέι από τα μπροστινά αμάξια δεν σε αφήνουν να δεις και εσύ τον δρόμο. Πάμε όμως. Πρέπει να φτάσουμε...

Και φτάσαμε. Ανέβηκαμε επάνω. Τα λέγαμε. Ομιλίες στο τηλέφωνο... Και άλλος εκνευρισμός στην ατμόσφαιρα...

Πάμε κάτω? Όχι, να μην πάμε, να πάμε για τσιγάρα...
Πάμε να χαλαρώσουμε λίγο... Άστο ρε, θα πάμε μετά, πάμε να πάρουμε τίποτα να κολατσίσουμε;

Φύγαμε...

Η βροχή έχει πλέον σταματήσει... Πάμε με χαλαρή μουσική μέσα στο ασημένιο γκαζάκι.

Ένα τηλέφωνο χτυπάει... Μια φωνή ακούγεται στο βάθος. Η μουσική έχει πια σταματήσει.

Νιώθω με την άκρη του ματιού μου ένα πρόσωπο να μου μιλάει. Έχουν τρακάρει. Είναι χτυπημένοι.

Κενό. Τρέμουλο. Τι να κάνω;

Ξεκινάω για εκεί... Η φωνή της λογικής έβαλε φραγμούς στο δεξί μου πόδι. Την άκουσα.

Δεξιά λωρίδα. Κόκκινο το φανάρι. Ο δρόμος υγρός. Μυρίζει παράξενα. Κίνηση πολύ στο αντίθετο ρεύμα. Μια μάζα από σίδερα απλώνεται... Μια γυναίκα σαστισμένη στα γκρί... Μια άλλη τρέχει έξω από ένα αμάξι ενώ ακόμα κινείται.

Κενό.

Κοκκινόχωμα. Χωράφια, ένας γέροντας στον δρόμο, ίσως απεσταλμένος να μας πει τον δρόμο.

Στο ίδιο φανάρι πάλι. Στρίβω αριστερά.

Έφυγα τρέχοντας και εγώ για εκεί. Ένας άντρας τρελαμένος. Η γυνάικα με τα γκρί ήρθε στην αγκαλιά μου. Επανάληψη. Πόνος και αίμα...

Ένας άντρας με ματωμένο κρανίο, γιαλιά είχαν καρφωθεί. Άμορφες μάζες... Η άσφαλτος ντυμένη με χαλί από κρύσταλλα ανακατεμένα με λάδια και υγρασία από την πρωινή βροχή, το χώμα κόκκινο δίπλα...

Ένα κίτρινο ασθενοφόρο. Μπλέ ο φάρος του. Οι δύο γυναίκες μπήκαν μέσα στην κοιλιά του και εξαφανίστηκαν. Ένας άντρας κλαίει. Αρχίζει να βρέχει. Ο άντρας με τα αίματα κλειδωμένος μέσα στην κοιλιά των αστυνόμων.

Θρύψαλα. Σταμάτησε ο χρόνος. Γκρί όλα και μουντά. Μια γεύση πίκρας γλύφει τα χείλη μας. Ζαλίζομαι. Ζαλίσεσαι.

Φόβος. Ταραχή.

Έφυγαν τα σίδερα από τον δρόμο. Έφευγαν και όλοι οι άλλοι ένας ένας.

Κλήση στο κινητό... Καμία απόκριση... Το κινητό απενεργοποιημένο.

Άλλη κλήση... 166... Στο ΚΑΤ είπαν.

Φύγαμε.

Άνθρωποι σε άθλια κατάσταση και μια γυναίκα σε καροτσάκι να ζει στην ίδια επανάληψη. Στο ίδιο ρεφρέν εδώ και ώρες.

Αξονικοί, ακτινογραφίες, μελανιές, γύψοι, κολλάρα...

2 στους 4.

Μαζί και χώρια.

Θέλω ποτό. Θέλω να σταματήσει το τρέμουλο από πάνω μου.

Θέλω να μουδιάσω, να ξεχάσω να ξυπνήσω και να μην είναι έτσι όλα. Το ίδιο και εσύ.

Ήπιαμε... ήπιαμε... ήπιαμε...