Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Χειμώνιασε

Χειμώνας πια... Με βροχές και κρύα...

Κανονικός χειμώνας δηλαδή με τα όλα του. Καιρός ήταν πια. Κυριακή απόγευμα σήμερα. Τι ειρωνεία...

Μικρή φοβάμουν τις Κυριακές, με κούραζαν πολύ. Μεγαλώσα μάλλον... Χαίρομαι που έχω ακόμα μια Κυριακή. Τώρα με φοβίζει απλά η επόμενη μέρα.

Εξετάσεις, σκανερ, όγκοι, φλέβες, αρτηρίες. Πόνος είναι όλα. Πόνος και αναισθησία.

Τι να μου πεις όταν σε ακούω μεχρι τις 5 το πρωί να ουρλιάζεις από τους πόνους; Τι να μου πεις όταν το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου χαρίζω δευτερόλεπτα χαμόγελου; Τι να μου πεις όταν σε βλέπω χωρίς να έχω δύναμη να κάνω τίποτα δραστικό; Τι να μου πεις για τα βράδια που πέφτω για ύπνο και κρύβομαι για να βάλω τα κλάμματα; Τι να μου πεις για τις μέρες που απέχω από τα πάντα και η σκέψη μου και η καρδία μου είναι μαζί σου; Τι να μου πεις όταν θέλω να ουρλιάξω και το ξέρω πως δεν έχω πια δύναμη; Τι να μου πεις για τα δάκρυα που κρύβω στο μπάνιο και τα βαφτίζω σαπούνι; Τι να μου πεις όταν κάθε βράδυ έρχεται με τον φόβο της απώλειας; Τι να μου πεις;

Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες απόψε μαζί με έναν ελληνικό σε μεγάλη κούπα. Όπως κι εσύ σε μεγάλη κούπα, ελληνικό όπως κι εσύ. Τι χρόνια και αυτά; Δύσκολα και εύκολα με γέλια και δάκρυα. Είχαμε όμως ο ένας τον άλλον. Τώρα λυγίζω γαμώτο. Δεν θέλω να σε χάσω. Μου έρχονται δάκρυα... Θα τις βάλω πισω στο ντουλάπι μέσα στο κουτί από τα πούρα Αβάνας που μας είχε φέρει κάποιος θείοες πολύ παλιά. Τι παράξενο σπίτι για στεγάσει κανείς τις φωτογραφίες του. Και όμως έχει ένα άρωμα ατόφιο τόσα χρόνια, μυρωδικές αναμνήσεις.

Πόσο τυχερή; Που πρόλαβα να ζήσω μαζί σας, που κατάφερα να σας αγαπήσω περισσότερο από τα πάντα, που έμαθα ότι ξέρω από εσας.

Γιατί; Τώρα πες μου γιατί να σταματήσουν πια αυτοί οι λυγμοί. Γιατί; Και τώρα τι γίνεται; Φοβάμαι να ξημερώσει η επόμενη μέρα. Κάθε φορά φοβάμαι ότι η επόμενη μέρα θα είναι το τέλος. Χαίρομαι όταν βλέπω πόσο έξω έχω πέσει, αλλά κάθε βράδυ ο ίδιος φόβος έρχεται και πιο δυνατός!

Αύριο έχουμε πάλι χειρουργείο. Πόσο τρομακτικό μπορέί να είναι αυτό... Αλλα και πάλι όταν έχεις φτάσεις να μην έχεις χώρο να κάνεις έστω και ένα βήμα πας και στο κενό και που ξέρεις, αν το πιστέψεις μπορεί να περπατήσεις στην γυάλινη γέφυρα που δεν την βλέπει ανθρώπου μάτι.

Προσεύχομαι, παρακαλάω για αυτή τη γέφυρα. σε βλέπω να πονάς συνέχεια, σε βλέπω να υποφέρεις, τώρα πια δεν θέλεις να τρως, το πρόσωπό σου δείχνει την κουρασή του, μοιάζεις να έχεις γεράσεις και πια δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα στα μάτια μου... Πάω στο μπαλκόνι για τσιγάρο και να ηρεμήσω λίγο, όπως κάθε φορά μπροστά σου πάντα δυνατή και χαμογελαστή.

Ο Θεός να μην δίνει σε άνθρωπο να γνωρίσει τα όρια του... Τι τραβάς εσύ; Ποιος μπορεί να μπεί μέσα σου και να το δει;

Θέλω να φτιάξω πάλί εκείνο το παλ με την Όλιβ και τον Ποπάυ όπως τότε που ήμουν 5 και ήσουν ο ήρωάς μου. Και τώρα εσένα έχω για ήρωα... απλά τώρα το βάρος που μας βαραίνει την ψυχή είναι δίχως μέτρο. Μετά να βγάζουμε χαρούμενες και ξέγνοιαστες φωτογραφίες. σαν κι αυτές που έβλεπα πριν λίγο.

Ή τότε που είχα δει εφιάλτη αι μέσα στη νύχτα ήρθες να με πάρεις αγκαλιά, να μου σκουπίσεις τα δάκρυα και να με βάλεις πάλι για ύπνο λέγοντάς μου ότι με αγαπάς.

Πόσο θέλω να γυρίσω πάλι πίσω...

Φοβάμαι και στο κελί μου έχει κρύο. Μικραίνει συνέχεια ο χώρος που μου αναλογεί και κοντεύουν να μου στερέψουν οι ανάσες.

Σε αγαπάω. Μόνο αυτό. Γίνε καλά γιατί σε έχω ανάγκη ακόμα...