Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Οι ώρες τώρα τρίζουν και κυλάνε τόσο αργα.


Ένα λεπτό εξήντα χρόνια από την ζωή μου.

Και η ζωή μου όλη σε ένα λεπτό.

Και τι οξύμωρη σύμπτωση όλα πολύ και όλα τίποτα.

Και μετά;

Χαμένος χωροχρόνος;

Η λάμπα είχε καεί και μύριζε άσχημα. Σκότος, βρώμικο σκότος...

Το έρεβος δεν έιναι βρώμικο, είναι σκέτο σαν τον καφέ που πίνω.

Και...

Τι έγινε δηλαδή;

Άσπιλη ομορφιά...

Χαχαχαχα, αλήθεια τι αστείο...

Αμόλυντη ομορφιά...

Μη σου λέω, σταμάτα θα πάθω τίποτα από τα γέλια...

Τι είπες, δεν ακούω καλά βλέπεις... Είναι χρόνια τώρα που δεν ακούω. Μισόκουφο άλογο σε χαμένη κούρσα. Σε στάβλο ρημαγμένο.

Τι λες; Να έρθω πιο κοντά μήπως και καταλάβω, δεν βλέπω και τα χείλη σου...

Δεν βλέπω ούτε εσένα... Μα... Αφού...

Εδώ δεν είσαι; Αφού σε ακούω, κάπου στο βάθος σε ακούω. Αλλά δεν σε βλέπω. Που είσαι;

Γιατί δεν σε βλέπω; Ούτε την σκιά σου βλέπω πια. Μόνο, μόνο η μυρωδιά σου είναι εδώ και η ηχώ της φωνής σου.

Τι λες και δεν ακούω; Είναι και αυτή η μηχανή...

Λάδια, να δω τα λάδια που θα πάω χωρίς λάδια... Και μουγκρίζει σαν διάολος. Λες να πέθάνει; Όχι, όχι και αυτό...

Τα σκυλιά γαβγίζουν πάλι, μέσα στα αφτιά μου κι αυτά. Και άκου τα πως γρυλίζουν, οργή κουβαλάνε. Πολύ οργή.

Οργή και μίσος. Γιατί έτσι; Και δεν σε ακούω και καθαρά...

Μπα, δεν σε ακούω. Κλαίς; Όχι, η ιδέα μου είναι. Τα σκυλιά που φωνάζουν και η μηχανή. Γιατί να κλαίς;

Άκου πως γελάω! ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!! Μπορώ και πιο δυνατά, το ξέρεις;

Γελάω γιατί αυτοί οι πόνοι με τρελένουν. Γέρασα πια. Τα κόκκαλα δεν βαστάν την σάρκα.

Και μετά;

Τι μυρίζει τώρα; Δεν έχει και φως εδώ. Τι σου μυρίζει εσένα; Δεν, δεν ξέρω... Τι είναι αυτό;

Πάλι έπιασε βροχή. Καλό αυτό να μας ξεπλύνει λίγο. Να καθαρίσουμε.

Χαχαχαχα, κάθαρσις!

Πεινάς; να σου φτιάξω κάτι αν είναι. Μην ντρέπεσαι. Σίγουρα εε;

Καλά, εσύ ξέρεις. Τι να σου πω κι εγώ... Όχι, δεν έχω ψάρι. Ούτε όσπρια.

Κρέας έχω. Κοκκινιστό, να σου βάλω; Δεν πεινάς;

Έβαψα και τα ρούχα χθες. Και σκούπα να βάλω, στο πατάρι έχω και τα ρούχα σου. Να σου φέρω την σκάλα να τα πιάσεις;

Μην το παίρνεις στραβά, πως δεν σε θέλω εδώ... Για εσένα το έκανα. Νόμιζα ότι θα χαιρόσουν. Δεν χαίρεσαι; Γιατί;

Είδες έξω τρέχουν και φωνάζουν τα παιδιά, μάλλον σχολείο πάνε. Τέτοια ώρα...

Ει, κοίτα δεν είναι γνωστές μορφές; Εσύ δεν είσαι; Όχι, εγώ είμαι τελικά. Το ποδήλατο που είναι; Να το προσέχω το ποδήλατο, δεν πρέπει να ξαναπέσω.

Δεν σε ακούω καθαρά, μπορείς να το ξαναπείς;

Τύχη ήτανε μάτια μου και πέρασε σν σφαίρα.

Είδες την θερμοκρασία σήμερα; Στους πόσους είναι ο κρεατάς;

Ζέστη έχει... ή κρύο; Τι να σου πω, δεν τα γνωρίζω πια...

Πωπω, και πέρασε και η ώρα. Πρέπει να φύγω. Να προσέχεις τα παιδιά.

Τι κρύο κι αυτό; Βρέχει κι όλας στο είπα; Καλύτερα έτσι. Δεν έχουμε νερό φέτος, θα μαζέψουμε.

Φτάνω, σε λίγο θα είμαι στο σπίτι. Τα κλειδιά τα πήρα; Μην γαβγίζεις πάλι καλέ μου. Έχω μαζί μου κόκκαλα.

Γιατί γελάς; Αλήθεια σου φέρνω κόκκαλα. Οστά οπως τα λέγανε παλιά. Ναι, οστά.

Δεν με βλέπεις εδώ είμαι, κοιτα και την σκιά μου, εδώ είμαι σου λέω.

Δεν έχω σκιά; Μα που πήγε; Μαζί μου την είχα τόση ώρα. Θα έρθει σε λίγο, θα πήγε για τσιγάρα φαινεταί. Το τηλέφωνο χτυπάει, θα το πιάσεις εσύ;

Θέλεις να παίξουμε μήλα; Άστο να χτυπάει, κανένας δεν είναι και πριν πήρανε και δεν μιλάγαν. Κοίτα και τα παιδιά...

Μακρύναν και τα μαλλιά μου, να κουρευτώ. Όχι τώρα, τώρα βρέχει και δεν σε ακούω και καθαρά...

Να σου πω, θα πάω για ψάρεμα, θέλεις να έρθεις; Έχω και το μαχαίρι που μου έδωσε ο Γιώργης, καινούργιο είναι. Μόνο μία σουπιά έκοψα, για δόλωμα. Πάλι τίποτα δεν έπιασα.

Τι λες; Δεν σε ακούω καθαρά... Και βρέχει κι όλας...

Να προλάβω το σουπερμάρκετ ανοιχτό, να πάρω και ψωμί. Και γάλα και ένα κόκκαλο για σένα. Πάλι δεν σε ακούω. Νομίζω σε είδα στην ουρά στο ταμείο. Τι πήρες εσύ?

Τάβλι παίζεις; Με την γνωστή σειρά πάντα! Πόρτες, πλακωτό και φεύγα!

Φεύγα. Φεύγα. Και καλό σου ταξίδι. Και εγώ θα φύγω στο είπα; Αλλά βρέχει τώρα. Θα φύγω όμως, δεν με νοιάζει η βροχή.

Μόνο η υγρασία με ενοχλεί στα κόκκαλα. Γέρασα πια και δεν ακούω καθαρά. Να πάρεις και το πουλόβερ, μην κρυώσεις παιδί μου. Και να μου στέλνεις τα νέα σου. Μπορεί να λείπω, αλλα έχει κρύο έξω. Να προσέχεις.

Και να πάρεις και τα κλειδιά, αν αργήσεις να μπεις. Εγώ θα φύγω. Εσύ μείνε, δεν πειράζει. Μόνο τα λουλούδια να ποτίζεις που και που. Κρίμα είναι.

Δεν μου είπες, τάβλι παίζεις; Χτυπάει στο γκρεμό το ζάρι πριν πέσει κάτω. και άκου πως ουρλιάζει. Μην το φοβάσαι. Θα ξανασηκωθεί κι αυτό.

Να, άκου και τον Νίκο... Μα καλά εδώ παίζουν μόνο ξένα... Πορτοκάλογλου; Και θα κερδίσεις την ζαριά με την σειρά σου λέει.

Άτλας. Τιτάνας. Κύκλωψ. Μοίρες. Μούσες. Μαύρο. Φως.

Υ.Γ.: Παραλλήρημα, νηφαλιότητας το άνωθεν. Δεν έχει νόημα και ουσία. Ούτε απάντήσεις έχει. Ούτε σχόλια. Ούτε τίποτα. Ούτε αναγνώστες να μην έχει. Και μην γελάς, δεν τα έχω χαμένα. Ξέρω τι λέω. Να προσέχετε τους εαυτούς σας. Όλοι να τους προσέχουμε. Όλοι να προσέχουμε όλους τους εαυτούς. Σας βλέπω όλους...

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια




Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε
τα χέρια θα περάσουμε στους ώμους
παλιά τραγούδια για να θυμηθούμε
ονόματα και βλέμματα και δρόμους

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
που θυμάσαι και θυμάμαι
τίποτα δε χάθηκε ακόμα
όσο ζούμε και πονάμε
χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
μόνο τρόπο να κοιτάνε

Κι αν άλλάξαν οι φίλοι μας λιγάκι
αλλάξαμε κι εμείς με τη σειρά μας
χαθήκαμε μια νύχτα στο Παγκράτι
αλλά βλεπόμαστε στα όνειρά μας

Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
που θυμάσαι και θυμάμαι
τίποτα δε χάθηκε ακόμα
όσο ζούμε και πονάμε
χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια
μόνο τρόπο να κοιτάνε

Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Γεράσιμος Ανδρεάτος


Υ.Γ.: Μαμά, έτσι...

ΣΟΚ



Χαζοχαιρόμουν στο araliki πέτυχα αυτό το βιντεάκι. Τρέμουν τα πόδια μου...

Σοκαρίστηκα. Να το θυμάμαι αυτό το αίσθημα, και εγώ και εσείς καλοί μου γκαζοφονιάδες...

Δεν φταίει κανένας και τίποτα να πληρώνει τις δικές μας αμαρτίες...

Reverend And The Makers - Open Your Window



Ανοίξτε κι εσείς τα παράθυρά σας, βάλτε την ένταση στο τέρμα και απολαύστε!

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Εφηβεία

Πως γυρνάει ο τροχός;

Όλα είναι ρόδα...

Είναι κάτι σαν ρόδα;

Όλα γυρίζουν σαν τρελά, ρόδες που παν στο πουθενά, ουρλιάζαν τα Ξύλινα Σπαθιά στην εφηβεία μου.

Εφηβεία; Τι σημαίνει αυτό; Τι είναι η εφηβεία; Είχα και εγώ τέτοιο; Πότε; Πως ξεχωρίζεις αν είσαι στην εφηβεία ή αν την έχεις περάσει;

Είναι κάτι σαν την ανεμοβλογιά; Το περνάς μια μόνο φορά στη ζωή σου ή μπορεί να το ξαναπεράσεις αργότερα στη ζωή σου πολύ πιο βαριά όμως; Έχει εμβόλιο; Αν την περάσεις μια φορά μπορείς αργότερα να την ξανακολλήσεις;

Και τι με νοιάζει εμένα; Χαχαχα, έχει πραγματικά πλάκα η ατάκα του σημερινού ανθρώπου είναι αυτή.

"Και τι με νοιάζει εμένα;"

Και το πιστεύεις που το λες. Τι σε νοιάζει εσένα...

Να σου πω κάτι; ΕΜΕΝΑ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ομως, και δεν γουστάρω να είμαι θεατής για πάντα. Το έργο θα τελειώσει κάποτε και δεν έχω σκοπό να είμαι σε μια πολυθρόνα με τα τσόφλια από τα σποράκια χυμένα στο πάτωμα. Συγνώμη κι όλας, στο χαλάω τώρα και το ξέρω, μα καθόλου δεν με νοιάζει.

Χάθηκα σε περίεργα μονοπάτια και βγήκα σε αδιέξοδο.

Τι φταίει για αυτό; Πάλι εγώ; Εσύ; Όλοι μαζί; Ξέρω τι θα πεις...
"Και τι με νοιάζει εμένα..."

Ίσως να έχεις βολευτεί έτσι, γιατί όχι; Δημοκρατία δεν το λεν αυτό; Είσαι πολλά κιλά μάγκας τελικά εεε;

Πρόσεξε όμως γιατί θα προσπεράσω από δεξιά αυτή την φορά, και δεν θα το καταλάβεις... Σκία θα τρέξω δίπλα σου για λίγο μόνο. Και πίσω θα μείνεις, μην το σκέφτεσαι καθόλου, ΔΕΝ ΣΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΕΣΕΝΑ έτσι, τα είπαμε αυτά, πάλι τα ίδια θα λέμε;

Ειν'το μοιραίο γραμένο και κράτησέ το μυστικό
από τη φέξη ως τη δύση σε μεθάει
μην με ρωτάς αν το έχω μάθει να στο πω
απλά το ζω και το αφήνω όπου με πάει...

ΠΑΛΙ ΑΝΑΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο Γ@#$%^&^$ Ο ΕΡΜΗΣ;

Γιατί χορεύουνε συρτάκι τα νεύρα μου πάλι σήμερα?

Γιατί το Σάββατο?

Υπάρχει και η Πέμπτη και η Παρασκευή you know....

Σάββατο? Τι θα κάνω μέχρι το Σάββατο?

Πάω να πάρω κι άλλο ΜARTINI, αλήθεια βγαίνει και σε 5κιλό?

Και πολλά κιλά καπνό και χαρτάκια...

"...Σαν τσιγάρο άφιλτρο στο στόμα μου..."

ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΜΟΥ

Sailing Rod Stewart

Iced Earth - Melancholy

ΝΕΜΟ - NIGHTWISH

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Τα κλεμένα...

«Συμμετέχω, Συμμετέχεις, Συμμετέχει, Συμμετέχουμε, Συμμετέχετε, Αποφασίζουν».(οδός Σινώπης, Αθήνα)

«Έγχρωμη TV, Ασπρόμαυρη Ζωή».(οδός Στουρνάρα, Αθήνα)

«Αν τα λάθη διδάσκουν, τότε έχω καταπληκτική μόρφωση».
(οδός Μπενάκη, Αθήνα)

«Θέλω να γίνω αυτό που ήμουν τότε που ήθελα να γίνω αυτό που είμαι τώρα».
(πλατεία Εξαρχείων, Αθήνα)

«Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του».
(πλατεία Εξαρχείων, Αθήνα)

«Μόνο τα καλά κορίτσια κρατάνε ημερολόγιο. Τα κακά δεν έχουν χρόνο».(Dark Sun, Αθήνα)

Κλεμένα είναι από τον ΑΔΕΣΠΟΤΟ

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Σήμερα...

Η ζωή μου όλη σήμερα!!!

Θέλω να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για σήμερα!

Δεν ξέρω γιατί άλλα (προσωπικά θα μου είχα ρίξει πολύ μπινελίκι) με ανεχτήκατε σήμερα!

Είστε ήρωες και σας ευχαριστώ πολύ για αυτό!


Υ.Γ. : Συγνώμη που σας σπάω τα νεύρα, θα μεγαλώσω κάποια στιγμή κι εγώ!

Ψηφοφορία!

3 Ψήφες σε μια μέρα!!
PAS MALE, PAS MALE!!!

Και κάθομαι και λέω...
Αααααααααααα!!!!!!!!!!!!

Εντάξει, η μια ψόφος είναι δικιά μου, η άλλη της μαμάς μου...

Χμμμμμμ...........
Η τρίτη??
Ποιό πουλάκι ψήφισε?

Θα μάθω? Δεν θα μάθω?

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Ουδείς άμοιρος!!

Μοίρα...

Πεπρωμένο...

Νταλάρας...

Άσχετο...

Σχετικό...

Πανούσης...

Ποια μοίρα φέρνουν οι καιροί ποιά μυστικά κρυμμένα, ποιά θάλασσα σε αγκαλία τα έχει φυλαγμένα;

Τις νυχτες έρχεσαι κρυφά και μπαίνεις στα όνειρά μου...

Αχ, πόσο βαριέμαι!!!

Αχ πόσο βαριέμαι!!

Που είστε χαμένα όλα?

Άντε, να πάμε για κανένα καφεδάκι, να δούμε και κανένα... ενδιαφέρον παλικαράκι να χαζέψουμε λίγο...

Αχ, που είσαι βρε Βενεζουέλα?

Ραμόοοοοοοοοον...........
Χουάαααααααααν...........
(Καλά παιδιά!!)

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος



Αλήθεια, πόσο μακριά μας είναι αυτός ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος;

Είδα την άπειλη να μας πλησιάζει, πέφτω στα γόνατα και... Γινάμε όλοι σκόνη...

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Καληνύχτα

Στίχοι: Σωκράτης Μάλαμας
Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας

Eίν' ακριβός ο αέρας που φτύνεις,
ακριβό το ποτό και το πίνεις.
Tρύπιες τσέπες και μακό φανελάκι,
είν' ο κόσμος μπουκιά και φαρμάκι,
είν' ο κόσμος δροσιά κι αεράκι.

Λύσσα ο έρωτας, χάδι ο έρωτας,
κόκκινα μάτια μου μή με ρωτάς.
Στα 17 σου πηδάς το καλάμι,
στα 19 σου κανείς δεν σε πιάνει.
Tρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·
σε λίγα χρονάκια δεν ξέρεις πού πας.

Eνήλικο μούτρο ανοίγεις γραφείο.
Tα πεντοχίλιαρα μυρίζουν αιδοίο.
Γλυκά νανουρίζεις το ρήγμα π' ανοίγει,
το ξέρεις καλά η ζωή σου έχει φύγει·
συμβόλαιο στο πάθος που λήγει.

Θηλιά ο έρωτας, ανάγκη ο έρωτας,
καμμένα μάτια μου μη με ρωτάς.
Tρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·
φοβάσαι και ξέρεις πού πας.

Oλοι οι καριόληδες μια εταιρία.
Σάπια ηλικία και αδυναμία.
Γελάει ο χρόνος και λάμπει ανθισμένος
στο δρόμο σκοτώνει κι είναι κερδισμένος.
Σπάει το νήμα κι αναρωτιέσαι:
τόσα χρονάκια γιατί να τραβιέσαι;

Στάχτη ο έρωτας, μνήμη ο έρωτας,
γέρικα μάτια μου μη με κοιτάς.
Tρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·
σε λίγα χρονάκια το ξέρεις γερνάς.

Kαληνύχτα μαλάκα η ζωή έχει πλάκα,
έχει γούστο και φλόγα
είναι κάτι σαν ρόδα:
σε πατάει και σε παίρνει,
μόνο ίχνη σου σέρνει.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα



Εσείς τι θα κάνατε;

Θα ξαναβάφατε γαλάζια την θάλασσα;

Γίνεται;

Τι κάνουμε όλοι μας για την θάλασσα; Το σπίτι μας όλοι το κρατάμε καθαρό, και το αμάξι μας το ίδιο (αλίμονο)... Για την θάλασσα τι κάνουμε;

Έχουμε πάει ποτέ να καθαρίσουμε την παραλία που "λιαζόμαστε" όλο το καλοκαίρι;

ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ, Ο ΔΗΜΟΣ ΤΙ ΚΑΝΕΙ;

Αυτό δεν λέτε κάθε φορά που ένας τρελός σας κάνει την πρόταση; Δεν φτάινε πάντα οι άλλοι, ούτε φταίει και η άνοιξη...

ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΜΑΣ

Στην μαμά μου.



Το έχει γράψει και αυτή με την σειρά της για την δικιά της μαμά.

Πως το κάνουν και μας βγάζουν μερικές φορές από τα ρούχα μας αυτές οι μαμάδες?

Γίνονται όμως και σκύλες για τα παιδιά τους!

Μαμά μου σε ευχαριστώ για όλα!

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

ETERNAL FLAME



I know I'm not dreaming and you feel the same...

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

Όλα γυρίζουν σαν τρελά

Πως γυρίζει ο τροχός;

Πως εκεί που τραγουδούσαμε "κορώνα γράμματα η ζωή, μα εγώ το κέρμα χάνω", βρεθήκαμε να τραγουδάμε "τώρα που είδα τα ονειρά σου σου αξίζουν όλα όσα θέλεις";

Πως γίνεται εκεί που έχεις χαράξει πορεία στα άδυτα μονοπάτια της μοναξιάς να αλλάζει ο ναύλος και να τραβάς άλλες πορείες πάλι; Πορείες... σε άγνωστα μονοπάτια, ζυμωμένες με δουλειά και αγάπη;

Πως από το τίποτα πηδάει κανεις στην κοιλάδα του ονείρου του;

Πως μπορεί μία μέρα να σημαδέψει την ζωή σου;

Πως γίνεται να ανεβαίνουν κόμποι στα μάτια από χαρά;

Πως γίνεταί;

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

Μια θλιβερή ιστορία

Ο ήρωας της ιστορίας, ο Σωτήρης, είναι ένα παιδί 20 χρονών γύρω στο 1,75, καστανός με μαύρα μάτια. Τα μεγαλύτερα όμως προτερήματά του είναι η καταγωγή του (Κρητικός) και οι δυο καλοί του φίλοι ο Δημήτρης και ο Μάνος (επίσης από την Κρήτη).

Μένει κάπου κοντά στο Πειραιά αλλά οι δουλειές του τον φέρνουν συχνά στη Λεωφόρο Μεσογείων, στην Πανεπιστημίου ή σε άλλα γνωστά στέκια όπως η πλατεία Εξαρχείων, η πλατεία Κολωνακίου κ.λ.π.. Ο Δημήτρης με τον Μάνο έχουν τις δικές τους ασχολίες και δουλειές, όμως βρίσκονται συχνά με τον Σωτήρη στα παραπάνω στέκια.

Οι δουλειές του Σωτήρη στην αρχή πάνε καλά, βγάζει χρήματα τα οποία ξοδεύει όμως αλόγιστα. Τα προβλήματα του ξεκινούν από την στιγμή που ξοδεύει περισσότερα απ'όσα βγάζει. Αρχικά δανείζεται. Οι δυο "φίλοι" του όμως δεν τον στηρίζουν. Τον δανείζουν μόνο για να εκμεταλευτούν τον απάνθρωπο τόκο που του επιβάλλουν. Η σχέση τους πλέον δεν είναι φιλική, είναι μια σχέση εκμετάλευσης.

Ο Σωτήρης χωρίς φίλους, χάνει την δουλειά του και τριγυρνάει σε κακόφημα μέρη (Ομόνοια, πλατεία Εξαρχείων, Λεωφόρος Συγγρου κ.λ.π.) αναζητώντας απεγνωσμένα διέξοδο. Συχνά αναγκάζεται να κλέψει για να βρεί τα χρήματα που του χρειάζονται.

Έτσι στις 01-03-2008 ο Σωτήρης συλλαμβάνεται (όχι για πρώτη φορά) και οδηγείται στην φυλακή. Η "διαμονή" του εκεί τον συνεφέρει προσωρινά και λίγες μέρες αργότερα βάζει υποθήκη το σπίτι του εξοικονομώντας κάποια χρήματα με τα οποία πληρώνει την εγγύηση και βγαίνει από την φυλακή.

Χωρίς σπίτι πλέον κοιμάται σε εγκαταλελειμένους σιδηροδρομικούς σταθμούς προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεφύγει από τους δύο παλιούς του "φίλους" (στους οποίους χρωστάει ακόμα). Αυτό όμως είναι αδύνατο και έτσι ο Σωτήρης γυρνάει στην παλιά του ζωή (την άσωτη) και αναπόφευκτα στη φυλακή. Στη φυλακή τρελαίνεται, φρικάρει. Ξέρει ότι το τέλος του είναι κοντά.

Ώσπου οι παλιοί του "φίλοι"φανερά μετανιωμένοι αποφασίζουν να του δώσουν μια ευκαιρία ακόμη, μια "ζαριά" για να κερδίσει την ζωή. Το πρόσωπο του Σωτήρη φωτίζεται για λίγο. Το ζάρι όμως κυλώντας αργά, βασανιστικά πάνω στο βρώμικο από στάχτες γραφείο σραματάει έχοντας στην πάνω πλευρά τέσσερεις μόνο τελείτσες.
-Όχι ρε γαμώτο, για δύο τελείτσες μόνο... ,ψιθυρίζει και χωρίς να το σκεφτεί σηκώνεται από την καρέκλα κοιτάει τους δύο φίλους του και τους λέει:
-Δεν παίζουμε και καμιά πρέφα; Σπάσανε τα νεύρα μου μ'αυτή την MONOPOLY...

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Η τούρτα που ήθελε γίνει τούβλο!

Αρχές του Σεπτέμβρη ήτανε, μόλις έιχαμε φτάσει σε ενα αγκυροβόλιο της Βενεζουέλας.



Πλησιάζαν τα γεννέθλια του Φάνη. (Έτσι φώναζε την Φανούλα ο πρώτος, μάθαμε κι εμείς να την φωνάζουμε Φάνη.)

Πλησιάζαν τα γεννέθλιά της. Και επειδή δεν είχαμε ειδοποιήσει τον μάγειρα δεν είχε ετοιμάσει τούρτα. Συνήθως όταν κάποιος είχε γεννέθλια ή γιορτή, ο κατετάνιος οργάνωνε γιορτή. Είχε έγνοιες όμως εκείνες τις μέρες και το ξέχασε.

Έτσι στον καφέ των 3 που είδε τον Φάνη ρώτησε αν είπε στον μάγειρα να φτιάξει τούρτα για το βράδυ. Φυσικά ο Φάνης δεν θα το έλεγε ποτέ από μόνος του. Τον έστειλε λοιπόν να πει στον μάγειρα αν προλαβαίνει να φτιάξει μια τούρτα για το βράδυ.

Πήγαμε μαζί στον Φιλλιπινέζο μάγειρα και του είπαμε αυτά που μας είχε πει ο καπετάνιος. Αν δηλαδή, προλαβαίνει να φτιάξει μια τούρτα για τον Φάνη. Ο άνθρωπος μας εξήγησε ότι την ώρα που του το είπαμε δεν προλάβαινε...

...Και τώρα; Δεν γίνεται έτσι. Κάτι πρέπει να κάνουμε! Δεν γίνονται γενέθλια χωρίς τούρτα... , της είπα σαν άλλος τσελεμεντές (τρομάρα μου)!

Κάτι έπρεπε να σκεφτώ. Δεν νοείται κανένας να μην γιορτάζει (τουλάχιστο τέτοιες μέρες) τα γεννέθλια του! Μα να μην γιορτάσει το δώρο της ζωής; Δεν μου πήγαινε καλά.

Ευτυχώς η θεά τυχη ήταν με το μέρος μου! Το κινητό μου είχε σήμα, και στην Ελλάδα ήταν βραδάκι! Άρα η μανούλα μου ήταν ξύπνια! Δίχως να χάσω στιγμή πληκτρολόγησα το τηλέφωνο του σπιτιού μου! Βλέπετε, η μανούλα είναι μαγείρισσα και στο επάγγελμα.

-Γειά σου μαμά! Τι κάνεις; .... Ναι, όλα καλά εδώ! Μαμά, σήμερα έχει γενέθλια ο Φάνης και θέλω να μου πεις πώς να φτιάξουμε μια τούρτα! ... Ναι, στείλε μου σε μήνυμα καλύτερα τα υλκά γιατί θα τα ξεχάσω. ... Και την εκτέλεση μανούλα να μου στείλεις!

Και όμως αν και έχει φτάσει την πέμπτη δεκαετία της ζωής της και μήνυμα τα υλικά μου έστειλε και την εκτέλεση μου έστειλε! (Μπράβο βρε μανούλα μου, αστέρι είσαι!)

Κατευθείαν ξεκίνησα την μετάφραση για να πω στον μάγειρα τι υλικά χρεαζόμαστε για την τούρτα!

-Λοιπόν, στις έξι τα λέμε στην κουζίνα! Να έχει τελειώσει και το σερβίρισμα ο μάγειρας... , της είπα.

Και όντως, στις έξι και οι δυο ντυμένες σκλυροπυρηνικά βρσκόμασταν στην κουζινα! Και αλίμονό μας, άλλα και ο δύο άσχετες...

Ο αγώνας μας στα δύσβατα μονοπάτια της ζαχαροπλαστικής είχε μόλις ξεκινήσει! Πρώτα να φτιάξουμε το παντεσπάνι (κάπως έτσι το έλεγε η μαμά). Το μίξερ να χτυπάει με μανία το μείγμα μας και κομματάκια ζύμης να εκτοξεύονται από εδώ κι εκεί!

Μας είχε αφήσει και κάτι ταψιά στρογγυλά για το παντεσπάνι. Μετά από το ζωντανό και γεμάτο ενθουσιασμό και πρωτοβουλίες μίξερ ρίξαμε την ζύμη (ο Θεός να την κάνει ζύμη...) στα ταψιά και στον φούρνο. Όσο ήταν στο φούρνο τα ταψιά φτιάξαμε την κρέμα, και καθήσαμε να περιμένουμε τα ζυμάρια μας...

Πέρασε η ώρα και πήραν χρώμα! Όχι όμως και όγκο... Τα βγάλαμε από τα ταψιά και βάλαμε το πρώτο παντεσπάνι στον δίσκο, πετάξαμε από πάνω και την κρέμα... Έλα όμως που το παντεσπάνι έκαιγε και η κρέμα ήταν φτιαγμένη από κρύο γάλα και παγάκια... Από παντού έτρεχαν ζουμιά...

-Γρήγορα, να το βάλουμε στην κατάψυξη. ,είπα! (ώρες ώρες απορώ και εγώ που τα βρίσκω και τα πετάω έτσι αβίαστα)

Και το βάλαμε όλο εκείνο το πράγμα στην κατάψυξη. Περιμέναμε ένα τέταρτο και αποφασίσαμε να το βγάλουμε πια. (σιγά να μην είχε παγώσει μέσα σε δεκαπέντε λεπτά...)

-Τι κάνουμε τώρα Φάνη; Δεν έχει αφήσει άλλο αλεύρι να φτιάξουμε άλλο παντεσπάνι...
-Μήπως να καθαρίζαμε αυτό το παντεσπάνι τότε;

Χωρίς να έχουμε και άλλη επιλογή (είχαμε τάξει τούρτα, και ήταν και θέμα εγωισμού. Σιγά μην φτιάξετε εσείς τούρτα. Όχι, λάθος τα ξέρεις, εμείς θα φτιάξουμε τούρτα), με ένα μεγάλο μαχαίρι αρχίσαμε να βγάζουμε την λιωμένη κρέμα από το ταλαίπωρο παντεσπάνι (αλήθεια, εσύ γιατί το πετυχαίνεις πάντα μανούλα;)

-Ευτυχώς που έχουμε σκόνη για άλλη κρέμα, και γάλα! Ωχ, για δες αν έχει παγάκια με όλους αυτούς τους καφέδες σήμερα... ,είπα στον Φάνη.
-Έχει καλέ! Αφού τα είδα πρίν, δεν στο είπα για; , απάντησε ο Φάνης.
-Φέρε να δούμε τι θα κάνουμε. Έχουμε να ακούσουμε... Θα μας κράξουν κανονικά. "Μμμ, γυναίκες σου λέει μετά, ούτε μια τούρτα δεν μπορούν να φτιάξουν...". Έλα να φτιάξεις εσύ αν μπορείς...

Η αλήθεια είναι ότι μας είχε πάρει λίγο από κάτω όσο σκεφτόμαστε τι έχουν να μας σούρουν... Ήρθε η φαεινή!

-Ρε Φάνη, έλα λίγο!
Πλαφ... Της ήρθε μες την μούρη η πρώτη δόση λιωμένης κρέμας.
-Ρε, δεν είναι και άσχημο στην γεύση αυτό το πράγμα!
Και Πλαφ... μου ήρθε και εμένα το μερίδιο μου στο αφτί!

Γίναμε από την κορφή μέχρι τα πόδια γεμάτες λιωμένη κρέμα. Και η κουζίνα... Άσπρη, και αυτή γεμάτη κρέμα!

-Άντε να τελειώνουμε, να κάνουμε και κανένα μπάνιο να γίνουμε άνθρωποι, να καθαρίσουμε και αυτό το χάος. , είπε τελικά ο Φάνης.

Έτσι, βάλαμε στα γρήγορα τις στρώσεις ψωμάκι-κρέμα-ψωμάκι.
-Να μην βάλουμε μόνο άσπρη κρέμα ρε Αλέκο! να βάλουμε σε ένα μπρίκι λίγη σοκολάτα, να τη ζεστάνουμε με γάλα και να το ρίξουμε στην υπόλοιπη κρέμα!
-Εντάξει, φέρνω μπρίκι και γάλα!

Το φτιάξαμε και αυτό. Πασπαλίσαμε και την τούρτα μας με την σοκολατένια πλέον κρέμα μας. Έτοιμη η τούρτα μας! Την κρύψαμε στο ψυγείο!

-Εσύ τα πίατα εγώ μάπα ή ανάποδα; ,είπα στο Φάνη!
-Θα κάνω ό,τι είναι, θα κάνεις εσύ μάπα;

Σε ένα τέταρτο ήταν σαν να μην έπεσε ποτέ βόμβα εκεί μέσα!
-Πάμε για μπάνιο και 8:00 στο καπνιστήριο! ,είπε ο Φάνης!
-Οκ!

Στις 8:00 στο καπνιστήριο λοιπόν! Εξανθρωπισμένες πλέον! Πήραμε τηλέφωνο και τους υπόλοιπους να έρθουν κάτω!

Απαρτία στο καπνιστήριο! Τραγουδάμε όλοι μαζί σε μια φάλτσα συγχορδία το γνωστό σε όλους τραγουδάκι! Σηκώθηκε και ο Φάνης να κόψει την τούρτα...

Αμ δε... σαν τούβλο είχε γίνει το παντεσπάνι. Όπως προσπαθούσαμε να κόψουμε το "τέρας" με το μαχαίρι η κρέμα στο ενδιάμεσο δεν άντεχε άλλο την πίεση και άρχισε να ξεπετιέται (φαντασου το σωληνάριο και την οδοντόκρεμα... ακριβώς αυτό!)

Τα καταφέραμε τελικά και τους σερβίραμε όλους (δεν πήραμε το σιδεροπρίονο, αν και δε θα ήταν και άσχημη η ιδέα)!

Όλοι δοκιμάσαν, δεν αντέξαν όλοι όμως να φάνε το "θηρίο"!



Μόνος ένας έφτασε στην άλλη όχθη και έφαγε τον "δράκο"!



Αφιερωμένο στον ακαταμάχητο ήρωα της βραδιάς εκείνης!

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Το σήμερα με τα λόγια του χθες...



Έφτασε το αίμα στο κεφάλι σας;
Θα έπρεπε...
Να που έχουμε φτάσει!

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2008

Αφιερωμένο στο πλήρωμα!



ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Στίχοι: Σωκράτης Μάλαμας
Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας
Πρώτη εκτέλεση: Σωκράτης Μάλαμας

Δε θέλω πια να σκέφτομαι τα ίδια και τα ίδια
Σα να 'ταν όλα ψέμματα στάχτες κι αποκαϊδια
Θέλω ανοιχτά παράθυρα να με φυσάει αέρας
Να΄χω το νου μου αδειανό
Να΄χω και πρύμο τον καιρό

Δε θέλω πια να μου μιλάς για όσα έχεις ζήσει
Δε χάθηκε κι ο κόσμος πια το τζάμι αν ραγίσει
Θέλω να'ρθεις και να με βρεις να κάτσεις να τα πούμε
Πως νιώθουμε παράφορα
Πως ζούμε ετσι αδιάφορα

Δε θέλω να πικραίνεσαι
τις Κυριακές τα βράδια
Χωρίς αυτή τη σκοτεινιά
τα χρόνια μένουν άδεια

Θέλω να φύγεις να σωθείς να πάψεις να γκρινιάζεις
Να ξεχαστείς στη διαδρομή ποιός ήσουν και πώς μοιάζεις
Έτσι θα σ'αγαπώ πολύ και θα σε βλέπω λίγο
Σα μια γυναίκα μακρινή
Που αγάπησα πριν φύγω

Δε θέλω να πικραίνεσαι
τις Κυριακές τα βράδια
Χωρίς αυτή τη σκοτεινιά
τα χρόνια μένουν άδεια






Μήνυμα ελπίδας φέρει.
Συνταξιδευτές μου η ανάρτηση είναι προς δική σας απόλαυση!

Αφιερωμένο σε όλους σας

Ταξίδι στο άπιαστο

Στους ναυτικούς και τα παιδιά τους

Μελωδίες

Μοναδικό

Θα σε κερδίσω πάλι

Σκέψεις

Με δυο φτερά

στις πλάτες καρφωμένα

άπιαστα όνειρα

να πιάσω κυνηγώ

σε άγρια νερά

τα όνειρα μπλεγμένα

τα χρόνια που έχασα

χρόνια καμμένα

μα τώρα ξύπνησα

και ζω μόνο για σένα

μόνο για σένα μπλε κυρά

τα μάτια ανοιγμένα

τα φρένα όλα σπασμένα

πλοκάμια απλωμένα

τρέχω να πιάσω τα χαμένα

στα μάτια του μυαλού

άχρηστα γύρω ξεπεσμένα

καράβια ξεπουλημένα

τα λόγια μετρημένα

μάτια σε δάκρυα βουτηγμένα

κόκκινα και μπλέ μαζί

κόκκινα και μπλε δάκρυα

απ'το πηγάδι της ψυχής

βαλσαμωμένα δάκρυα

μάτια κλειστά

χερια τρεμάμενα

όλα τα ψέμματα καμμένα

στην πυρα

στην πυρα του άπιαστου

μεσα στις φλόγες περπατω

γαλάζια κυρά μου

εσένα για να βρω

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

Να εύχεσαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος σαν πας για το Αμέρικα!



Πέρασε ο καιρός και ήρθε η ώρα να φύγω ξανά, ανακοίνωσα λοιπόν στους γονείς μου ὀτι μίλησα με την εταιρία και μου είπαν που θα πάω!
-Θα είναι στην Καραϊβική το καράβι!! (ξεστόμησα πετώντας στα σύννεφα!)
Η χαρά του μπαμπά μου ήταν δίχως άλλο απρόσμενη:
-΄Ελα!!! Μπράβο!! Ααα, αυτά είναι Κούβα, Αβάνα, πούρα, τεκίλα, ρούμι!!
Με ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά!!
Βέβαια και η αντίδραση της μαμάς ήταν άκρως ξεκαρδιστική:
-Αα...
Τα έβαψε μαύρα η γυναίκα. Λογικό μετά άπό 7 μήνες θα γυρνούσα πίσω... Μπάρκο στην Λατίνα ήταν αυτό, δεν ήταν παίξε γέλασε. Τόσα ακούγονται κάθε μέρα στις τηλεοράσεις. Δολοφονίες, βιασμοί, εξαφανίσεις, ναρκωτικά...
-Το ξέρω ότι εσύ προσέχεις και είσαι σοβαρό παιδί... Τους άλλους δεν εμπιστεύομαι.
(Τα εξ απαλών ονύχων λόγια της μανούλας μου)

Με τα πολλά το πήρε απόφαση. Κατέληξα με δυο βαλίτσες έτοιμες να εκτοξεύσουν τα σωθικά τους.
-Να πάρεις και το πιστολάκι για μαλλιά παιδί μου... Μην κρυώσεις.
-Εντάξει μανούλα! (που να της πω όχι, απαρηγόρητη ήταν, αλλά δεν το έδειχνε-μη στεναχωρηθεί το παιδί)
Ξεκινήσαμε λοιπόν όλοι μαζί για το αεροδρόμιο από τις έξι το πρωί. Η μαμά, ο μπαμπάς και φυσικά εγώ που ήμουν η άμμεσα ενδιαφερόμενη (μόνο ο σκύλος μας ξέφυγε-ζαλίζεται στο αμάξι μην πάει αλλού ο νούς σας).

Έφτασε η κρίσιμη ώρα να περάσουμε την πύλη (τρία δοκίμια-εγώ, ο Βρασίδας και ο Θύμιος- και η γυναίκα του πρώτου-η κυρία Ελισάβετ). Αγκαλίές, φιλιά η μαμά με το ζόρι συγκράτησε τα δάκρυα, ο μπαμπάς με ένα χαμόγελο μου είπε πολύ περισσότερα απ'ότι με το στόμα. (είχε και τις διαβεβαιώσεις της κυρίας Ελισάβετ ότι θα είμαι υπό την προστασία της -έλεος μανούλα, σκέφτηκα αλλά δεν μίλησα)

Το ταξίδι αρχίζει!

Περνάμε τους πρώτους ελέγχους και φτάνουμε στην αίθουσα αναμονής. Τα καθίσματα σαν νοσοκομείου, το ένα δίπλα στο άλλο. Καθίσαμε, να έρθει το αεροπλάνο. Ούτε τσιγάρο ούτε ένα κυλικείο... Μια φωνή στα μεγάφωνα έσπασε την μονοτονία της αναμονής.
-Η πτήση για Φιλλαδέλφια θα έχει καθυστέριση.
Γιατί; Τρέχω κατευθείαν στον κισέ, η υπάλληλος της αεροπορικής εταιρίας με ενημέρωσε:
-Υπάρχει πρόβλημα με την πόρτα των αποσκευών, δεν ανοίγει και είναι γεμάτη με τις βαλίτσες της προηγούμενης πτήσης. Θα πρέπει να περιμένετε.
Ξαναγύρισα στο καρεκλάκι μου. Ενημέρωσα το γκρουπάκι μου.
-Ωχ... Επίτηδες το κάνουν, λένε ψέματα. Κάτι άλλο πρέπει να έχει γίνει, πιο σοβαρό αλλά δεν το λένε.
Ακούστηκε μία γυναικεία φωνή από πίσω μου. (Τρομοκρατημένη συνταξιδιώτισσα)
Τα νεύρα μου είχαν είχαν αγγίξει τα έσχατα όρια τους...

-Παιδιά, δεν πάει άλλο, πρέπει να βρούμε ένα μέρος να πάρουμε κανένα καφέ. Να κάνουμε ένα τσιγάρο. Δεν πάει άλλο έχει γυρισεί το μάτι μου. Τρισίμιση ώρες περιμένουμε. τους είπα (άτιμο πράγμα το τσιγάρο).

Σηκωθήκαμε λοιπόν τα τρία δοκίμια να βρούμε το κυλικείο. Να πιούμε έναν καφέ, να ανάψουμε και εκείνο το πολυπόθητο τσιγάρο... Και να μην ξεχάσουμε την τυρόπιτα της κυρίας Ελισάβετ.
Ανεβαίνουμε σκάλες, από τον ένα διάδρομο στον άλλο. Το βρήκαμε!
Με τους καφέδες στο χέρι πάμε στο ελεύθερο στάντ-τραπεζάκι. Ανάβω το τσιγάρο!!
Αχ, τι απόλαυση, νιρβάνα!
-Σβήσ'το. (είπε απότομα ο Βρασίδας)
-Τι λες; Πας καλά; Τόση ώρα λέγαμε... (προσπάθησα να του πω)
-Δεν την άκουσες την ανακοίνωση; Να επιβιβαστούμε στο αεροπλάνο. Σε ένα τέταρτο απογειωνόμαστε.
Την τύχη μου... Ούτε καφέ πρόλαβα να πιώ, ούτε τσιγάρο έκανα.

Τα πόδια στην πλάτη. Να βρούμε την αίθουσα αναμονής. Προλάβαμε! (Την τυρόπιτα ξεχάσαμε προς απογοήτευση της κυρίας Ελισάβετ)
-Εε, εντάξει δεν πειράζει παιδιά που δεν πήρατε τίποτα...

Χριστέ μου... Τι ήταν αυτό; Ένα μικρό αεροπλάνο με κάτι μικροσκοπικούς διαδρομάκους... (άλλα ήξερα εγώ για τα υπερατλαντικά αεροπλάνα- μεγάλα, καινούργια, με κάθε είδους εξυπηρετήσεις και βολές...)
-I'm sorry, it seams I have a problem with my ears. Is there anything I could do to avoid the pain? (Συγνώμη, φαίνεται πως έχω πρόβλημα με τα αφτιά μου. Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για να αποφύγω τον πόνο;), ρώτησα την αεροσυνοδό.
-If you have a problem with your ears you should not be on a plane. (Αν έχεις πρόβλημα με τα αφτιά σου δεν θα έπρεπε να είσαι σε αεροπλάνο), μου απάντησε ξυνά.
Έχω πάθει παράκρουση σκέφτηκα...

Ούτε μία, ούτε δύο ώρες στους αιθέρες. Έντεκα ολόκληρες ώρες πτήσης μέχρι την Φιλλαδέλφια! Δεν της έδωσα ξανά σημασία. Είχα τον δικό μου αεροσυνοδό εγώ! Όχι παίζουμε! Ήταν ένας ευγενέστατος κύριος γύρω στα 35 με 40. Τι sweety με είπε, τι sweetheart, τι honey! (γλυκία μου είναι η κατά προσέγγιση μετάφραση). Φιλικός, ευγενικός και ευχάριστος!

Φτάσαμε επιτέλους στην Φιλλαδέλφια! Ναι, αλλά είχαμε χάσει την ανταπόκριση για την Νέα Ορλεάνη όπου ήταν ο τελικός αεροπορικός προορισμός μας! Έπρεπε να περάσουμε πρώτα από το Immigration (κάτι σαν το δικό μας αλλοδαπών), να συμπληρώσουμε τις φόρμες με στοιχεία, και άλλα στοιχεία, και άλλα στοιχεία, να ελέγξουν τις βίζες μας, τα διαβατήρια...

Τα πράγματα μετά! Δεν πάνε μόνα τους... Στο χέρι οι βαλίτσες και πάμε!
-Που πάμε καλέ;
-Να βρούμε τον κισέ της αεροπορικής να δούμε τι γινέται με τα εισιτήρια. Μπορεί να μείνουμε και εδώ. Αν έχει ενημερωθεί η εταιρία για την καθυστέρηση μπορεί να μας περιμένει πράκτορας έξω. μου απάντησε ο Βρασίδας.
Με τα πολλά το βρήκαμε. Περίμενε τώρα σαν το γαιδούρι φορτωμένη στην ουρά του κισέ. (Αααα, βρε μάνα... Και το πιστολάκι πήρα και ότι άλλο μου έιπες, για να μην σε κακοκαρδήσω κουβαλάω σαν γάιδαρος στρωμένος τώρα)

Ήρθε και η σειρά μας!
-Τι γράφει; με ρωτήσαν
-Σε μισή ώρα πετάμε. Γρήγορα να δώσουμε τις βαλίτσες! τους είπα κοιτώντας τα εισιτήρια.

Γρήγορα οι βαλίτσες στον διάδρομο αποσκευών, και το κυνήγι της πύλης έιχε μόλις αρχήσει.
-Τι είναι τώρα αυτό; απογοητευμένη πια
-Σωματικός έλεγχος... Μετά τους πύργους... απάντησε ο Βρασίδας

-Παρακαλώ βγάλτε το μπουφάν σας, αφήσε την τσάντα σας εδώ, αν φοράτε ζώνη βγάλτε τη, βγάλτε τα παπούτσια σας, αν έχετε ηλεκτρονικά και υπολογιστές στις χειραποσκευές σας να τα βάλετε σε ξεχωριστό καλαθάκι, αν φοράτε μεταλλικό μεταγιόν να το πιάσετε με τα δόντια σας. είπε στα αμερικάνικα ο υπάλληλος ασφαλείας του αεροδρομίου.
Μου κάνει πλάκα το σύμπαν σκέφτηκα. Δεν γίνονται αυτά. Κι όμως γίνονται...
Ξυπόλιτη, με το σταυρουδάκι στο στόμα την τσάντα μου ξεκοιλιασμένη πέρασα κι εγώ τον έλεγχο.
-Ακολουθήστε με. μου είπε ένας άλλος της ασφάλειας (στο CNN θα με δείς μανούλα μου κι ας μην έχω κάνει τίποτα) που κράτουσε τα καλαθάκια μου στο χέρια.
-Καλά, μπορώ να βάλω τα παπούτσια μου;
Για απάντηση εισέπραξα ένα ξερό: Όχι.
Τι αμαρτίες πληρώνω σκεφτόμουν...
Με οδήγησε σε ένα δωμάτιο με κάτι περίεργα μηχανήματα.
-Στάσου εδώ και πάτα εκεί που είναι οι πατούσες στο χαλάκι.
Στάθηκα κι εγώ. Σαν πρόβατο που πήγαινε για σφαγή. Στεκόμουν μπροστά σε ένα μηχάνημα που έκανε κάτι "ψτ, ψτ" (σαν ψεκασμός).
-Εντάξει, μπορείται να φορέσετε τα παπούτσια σας. Τελείωσε ο έλεγχος. μου είπε.
Γύρισα να βάλω τα παπουτσάκια μου, να μαζέψω και τα πραγματάκια μου.
-Αυτό που κρατάτε είναι ο αναπτήρας μου. Μπορείτε να μου τον δώσετε να φύγω; είπα με σθένος!
-Απαγορεύεται να έχετε αναπτήρα στο αεροπλάνο.
-Μα με αυτόν τον αναπτήρα στην τσέπη ταξίδεψα από την Ελλάδα!
-Απαγορεύεται.
Τον πήρε... Δέκα λεπτά μας είχαν μείνει για την πύλη.
-Θα το χάσουμε Βρασίδα... ,του είπα
-Πρέπει να τρέξουμε για να προλάβουμε! είπα σε όλη την τετράδα.

Σαν τρίχρονα τρέχαμε στο αεροδρόμιο να βρούμε την πύλη, να περάσουμε τον τελευταίο έλεγχο και να μπόυμε στο αεροπλάνο. Τρίχρονα είπα; Σαν αθλητές του στοίβου... Τέτοιο ρεκόρ δεν έχω ξανακάνει.

Στο βάθος δεξιά η πύλη.
-Άντε, λίγο μας έμεινε! Ακριβώς μπροστά στην πύλη οι δύο πιλότοι. (Θα ξεμείνουμε εδώ... αχ, μανούλα μου)

-Προλάβαμε; ρωτήσαμε όλοι μαζί την υπάλληλο που στεκόταν στην πύλη.
-Ναι!
Η πιο γλυκιά απάντηση!

Άλλες τέσσερεις ώρες στο αεροπλάνο. Δεν θυμάμαι και πολλά. Σκεφτόμουν με λαχτάρα το βαπόρι! Τι να με περιμένει άραγε; Μακάρι να βρώ ανθρώπους... Θα μάθω; Έτσι πέταξε η πτήση ενώ είχα παραδοθεί στις αγωνίες μου, στις ευχές μου και στα όνειρα μου για ένα καλό μπάρκο.

Μεσάνυχτα μας βρήκαν στο αεροδρόμιο της Νέας Ορλεάνης. Ταλαίπωρα πλάσματα...
Είδαμε τον ατζέντη με μία χειρόγραφη σελίδα που έγραφε το όνομα το πλοίου. Ένας τύπος που μύριζε μίλια μακριά, απέραντος τύπος μου φάνηκε ατελείωτος ο όγκος του, με ένα βρώμικο και τρύπιο τζίν, με κάτι ακούρευτα μαλλία που είχαν και χλωρίδα (μπορεί και πανίδα). Περιμέναμε μαζί να περάσουν από μπροστά μας οι βαλίτσες μας.

Τικ, τακ, τικ, τακ... Τα λεπτά περνούσαν... Άρχισαν να περνάν από μπροστά μας οι πρώτες βαλίτσες...
Τικ, τακ, τικ, τακ... Πέρασε μία ώρα. Ο διάδρομος σταμάτησε να φέρνει βαλίτσες. Οι δικές μας πουθενά.

-Πάμε στον κισέ των απώλεσθέντων. Να δηλώσουμε τις αποσκευές σας. μας είπε βαριεστημένα ο ατζέντης.
Πάλι πίσω από έναν κισέ... Να περιγράψουμε τις βαλίτσες, πόσες είναι... Να δώσουμε και άλλα στοιχεία...

Κατά τη μία το βράδυ ο ατζέντης μας ενημέρωσε ότι θα μας πάει σε ένα ξενοδοχείο και το πρωί στις 10 θα πέρναγε να μας μαζέψει.
-Οι βαλίτσες μας; Τι θα γίνει με τις βαλίτσες μας; είπα παραδωμένη πια.
-Αύριο θα μάθουμε τι γίνετε... είπε το ίδιο ξερά ο ατζέντης.

Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου πλέον. Να μας δώσουν τα δωμάτιά μας.
-Θέλετε δωμάτιο καπνιστών ή μη καπνιστών μας;
-ΚΑΠΝΙΣΤΩΝ! είπαμε με μία φωνή εγώ και ο Βρασίδας.
-Εμμμ, δεν έχουμε ελεύθερα δωμάτια καπνιστών...
Δεν άντεξα... Της απάντησα...
-Τότε τι με ρωτάς; Παίζεις με τον πόνο μου... Τέλος πάντων, δώσε μας ότι υπάρχει... Και μιάς και είπες καπνιστών έχεις αναπτήρα, σπίρτα; Κάτι...
-Σπίρτα. Ορίστε.
-Μπορώ να καπνίσω εδώ;
-΄Οχι, θα πρέπει να πάτε έξω.

Έξω, μία και μισή το βράδυ, με τα νεύρα μας σπασμένα, με έναν αέρα να μην μπορούμε να ανάψουμε τσιγάρο, με χαμένες αποσκευές... Το άναψα τελικά το τσιγάρο, δεν υπήρχε περίπτωση...

-΄Αντε καληνύχτα Βρασίδα.
-Καληνύχτα Αλέκα.



Μπήκα στο δωμάτιο, άπλετος χώρος! Δύο βασιλικά κρεββάτια μόνο για μένα! Ένα μικρό παλατάκι! Και κάτι μαξιλάρια... σκέτα πέπουλα!
-΄Αντε κοπελιά να κάνεις ένα μπάνιο και να ξεκουραστείς λίγο. είπα δυνατά στον εαυτό μου.
Ρούχα; Τι ρούχα να βάλω τώρα; (εδώ κολλάει η ρήση: άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς)

Έδωσε ο Θεός και ξημέρωσε... Άντε, να πάρουμε τα πράγματά μας να πάμε στο καλό. Η κυρία Ελισάβετ σε μελαγχολία...
-Και είχα φέρει και τα πλεκτά μαζί μου, και κάτι τραπεζομάντηλα για να κεντήσω... Θα πάρω τηλέφωνο τον άντρα μου να μιλήσει στον καπετάνιο να βρούμε μία άκρη!
Το εἰπε και το ἐκανε. Ευτυχώς δε λες...

Το κανόνισε ο κατεπάνιος, να πάμε να αγοράσουμε κανένα ρούχο, κάτι να έχουμε να φορέσουμε τέλος πάντων... Καθυστέρησε όσο περισσότερο μπορούσε το οπερέσιο. Ο ατζέντης μας πήγε, ψωνίσαμε και μας πήγε στις λάτζες (κοντά δύο ώρες με το αμάξι για τις λάτζες).
-Εδώ θα περιμένετε, τα πράγματα σας φτάνουν σε μισή ώρα στο αεροδρόμιο και πάω να συναντήσω τον άλλον που θα φέρει τις βαλίτσες σας γιατί δεν προλαβαίνει να τις φέρει μέχρι εδώ.
Περιμέναμε τρείς ώρες. Τις έφερε τελικα και μπήκαμε στην λάτζα για το βαπόρι. Μια και μισή ώρα διαδρομή για το βαπόρι ανάμεσα σε αμέτρητα πηγάδια. Σαν τον χάνο ήμουν. Πόσα πολλά πηγάδια υπάρχουν...


(Η φωτογραφία αυτή είναι από επισκεύη πιο μετά)

Βλέποντας το βαπόρι μας μας έπιασε ένα δέος. 248 μέτρα γομάρι ήταν. Ένας τεράστιος όγκος. Μία μικρή πόλη έπλεε αγέροχα μπροστά μας. Ο καπετάνιος μου είχε βγεί στην αριστερή βαρδιόλα, μας χαιρετούσε, μας φώναζε "Καλως ήρθατε!! Ελάτε πάνω, ελάτε!!!", και παράλληλα πατούσε το κουμπί της μπουρου.
Μπουυυ
Μπουυυ
Μπουυυ



Και ακριβώς έτσι ξεκίνησε το δεύτερο μπάρκο μου στας μακρινάς Αμερικάς!